Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Ναι, είναι και οι μισθοί - Tου Mπαμπη Παπαδημητριου

Στο Μνημόνιο Οικονομικών και Χρηματοπιστωτικών Πολιτικών και στην πρώτη παράγραφο σημειώνεται: «Παρ’ ότι έχει σημειωθεί πρόοδος από το 2010 στον περιορισμό του ανά μονάδα προϊόντος κόστους εργασίας, η εκτιμώμενη υπερτίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας (ΠΣΙ) ανέρχεται ακόμη σε περίπου 15% - 20%». Η διατύπωση είναι περίπλοκη και ξαφνιάζει. Τι έννοια έχει η επανεμφάνιση της ισοτιμίας;

Ακόμη και όταν οι συναλλαγές γίνονται σε σταθερό νόμισμα, δηλαδή σε ευρώ, η ικανότητα κάθε οικονομίας να παραμείνει ανταγωνιστική στην τόσο κρίσιμη, για το διεθνές εμπόριο, σχέση «Τιμή προς Ποιότητα» διαφέρει. Πίσω από την κοινή διαπίστωση, σύμφωνα με την οποία «η Ελλάδα είναι μια πανάκριβη χώρα» βρίσκεται αυτό ακριβώς το πρόβλημα, μιας χώρας με συνεχώς χαμηλότερη διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Βεβαίως, στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα έχασε έδαφος κατά 17% - 20% (2001 - 2008) εμπεριέχεται ένα 12,5% που οφείλεται στην κατά 36% ανατίμηση του ευρώ έναντι των άλλων νομισμάτων. Συμπέρασμα, ζούμε σε μια ζώνη σούπερ σκληρού νομίσματος, με τα καλά της (φθηνότερες πρώτες ύλες, πετρέλαιο κ.λπ.) και τα αρνητικά της (φθηνότερες εισαγωγές).

Ολα αυτά θα ήσαν αδιάφορα στους πολλούς από εμάς αν το Μνημόνιο δεν τα συνέδεε τόσο άμεσα με το κόστος εργασίας, δηλαδή με τους μισθούς μας, δηλαδή με την ικανότητά μας να συντηρήσουμε το επίπεδο κατανάλωσης και, για πολύ λιγότερους, της αποταμίευσης. Δυστυχώς, η προσέγγιση αυτή είναι ρεαλιστική. Ο κύριος συντελεστής τον οποίο μπορεί μια επιχείρηση και, γενικότερα, ένας οικονομικός οργανισμός να επηρεάσει είναι ακριβώς το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Δεν πρόκειται, βεβαίως, για τη μισθολογική δαπάνη μιας εμπορικής επιχείρησης. Αθροίζοντας τους μισθούς ενός καταστήματος, ξεχνάμε ότι όλα τα προϊόντα που περνούν από τα ράφια και τις αποθήκες της, οι υπηρεσίες που τιμολογεί ως κόστος μεταφοράς, ηλεκτρικού κ.ά. εμπεριέχουν κόστος εργατικό. Ο σωστός υπολογισμός δείχνει πως το 70% του κόστους που έχουν οι ελληνικές επιχειρήσεις αφορά κόστος εργασίας.

Κάπως έτσι καταλήγουμε στα μεροκάματα των συλλογικών συμβάσεων. Ξεκινήσαμε το 2002, με την κατώτατη μηνιαία αμοιβή της εθνικής σύμβασης στα 490 ευρώ. Σήμερα βρίσκεται στα 751 ευρώ. Βελτιώθηκε κατά 54%. Στην ίδια χρονική περίοδο, ο πληθωρισμός έδειξε αύξηση του επιπέδου των τιμών κατά 34%. Η διαφορά, συμπτωματικά, είναι εκεί όπου εκτιμάται και η απώλεια ανταγωνιστικότητας, παρ’ όλο που δεν υπάρχει ευθεία σύνδεση μεταξύ των δύο δεικτών.

Μικρό μόνον μέρος των εργαζομένων πληρώνεται με τον κατώτατο βασικό. Οι περισσότεροι πάνε με τις κλαδικές. Που είναι πιο ψηλά και, κυρίως, «τρέχουν» γρηγορότερα. Για παράδειγμα, ένας δημοσιογράφος που είχε προσληφθεί το 2002 με 710 ευρώ (9.940 ευρώ τον χρόνο) είχε φθάσει το 2010 στα 1.502 ευρώ, εφ’ όσον δεν άλλαξε εργοδότη. Η αμοιβή μεγαλώνει με τον γάμο (+10%), ένα παιδί (+5%) ή ένα πτυχίο ανωτάτης (+10%) και φθάνει στα 1.878 ευρώ ή 26.292 ευρώ τον χρόνο. Είναι αδύνατο, μέσα σε δέκα χρόνια, να επιτύχουν, επιχείρηση και εργαζόμενος, μια τόσο μεγάλη αύξηση παραγωγικότητας. Ακόμη λιγότερο, τη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Disqus for Alternative Greek Politic Review