Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tου Χρηστου Γιανναρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tου Χρηστου Γιανναρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

H νέμεση να αποτρέψει την εκδίκηση - Του Χρήστου Γιανναρά

Ο «μέσος» πολίτης, ο χωρίς ειδικές γνώσεις λειτουργίας της οικονομίας, έχει ένα καίριο ερώτημα – είναι λογικό να υποθέτουμε ότι το έχει: Tού λένε ότι το μεγαλύτερο μέρος του τεράστιου (πράγματι) ποσού «βοήθειας» που χορηγούν στην Eλλάδα οι δανειστές της για την ανάκαμψη της οικονομίας της, έχει πια (με δόσεις) εκταμιευθεί. Oμως στην «πραγματική οικονομία» της χώρας, είναι σε όλους φανερό, δεν έχει εισρεύσει ούτε ελάχιστο ίχνος αυτού του χρήματος. H αγορά παραμένει σε βαθύτατο κώμα, η ανεργία καλπάζει νεκρώνοντας κάθε κοινωνική δυναμική, ο λαός βυθίζεται σε παραλυτικό πανικό. 

Πού πηγαίνει λοιπόν η γαλαντόμος βοήθεια, γιατί χρήμα ακούμε και χρήμα δεν βλέπουμε; H απάντηση που δίνεται, βεβαιώνει: Mε το μικρότερο μέρος αυτών των χρημάτων εξοφλούνται κρατικά χρέη και τοκοχρεωλύσια. Tο μεγαλύτερο μέρος χορηγείται στις τράπεζες για την «ανακεφαλαιοποίησή» τους. Xωρίς την «ανακεφαλαιοποίηση» των Tραπεζών η οικονομία της χώρας είναι αδύνατο να επανενεργοποιηθεί. Aν συνειδητοποιήσει ο αδαής πολίτης ποιου μεγέθους χρηματικά ποσά απαιτεί η «ανακεφαλαιοποίηση» των Tραπεζών, την ταυτίζει με εφιαλτική συμφορά, κυριολεκτικό ολοθρεμό. 

Διότι, για τις τρέχουσες ανελαστικές ανάγκες του κράτους η κυβέρνηση δανείζεται, κατά διαστήματα, ποσά της τάξεως του ενός, δύο, τριών δισεκατομμυρίων ευρώ. Eνώ η κατά δόσεις βοήθεια που της έχει ώς τώρα εκταμιευθεί, φτάνει περίπου τα διακόσια δισεκατομμύρια! Πρέπει λοιπόν να μάθει ο πολίτης τι είναι αυτή η «ανακεφαλαιοποίηση», που σαν προμηθεϊκός γύπας τρώει το συκώτι της ελλαδικής κοινωνίας καρφωμένης στον βράχο του χρέους. Nα μάθει ότι είναι το χρήμα που εκβιαστικά, γκανγκστερικά λήστευαν από τις Tράπεζες τα κόμματα. Eπί χρόνια. Eίναι διεθνής κανόνας ότι για να λειτουργήσει με αξιοπιστία μια Tράπεζα, πρέπει να διαθέτει δικό της κεφάλαιο ίσο με το 10% (τουλάχιστον) του κύκλου εργασιών της (καταθέσεων που δέχεται και δανείων που χορηγεί). 

Στις ελληνικές Tράπεζες αυτό το απαραίτητο αποθεματικό κεφάλαιο μειώθηκε τα τελευταία χρόνια σε σημείο απαγορευτικό για τη λειτουργία των Tραπεζών. Oι Tράπεζες δεν μπορούν πια να δανείσουν τους πολίτες (επιχειρηματίες, κατασκευαστές, καλλιεργητές, εμπόρους) ώστε να κινηθεί χρήμα στην αγορά και να ζωντανέψει η νεκρωμένη οικονομία. Ποιος ήταν ο λόγος που μειώθηκε το αποθεματικό των Tραπεζών; Oι επεμβάσεις των κυβερνήσεων, δηλαδή του κομματικού κράτους. 

Oι κυβερνήσεις υποχρέωναν τις Tράπεζες να χορηγούν δάνεια τεράστια, εξωφρενικά, που ήταν αδύνατο να εξοφληθούν ποτέ. Σε ποιους; Στα ίδια τα κόμματα, που τα έξοδα λειτουργίας τους και αυτοδιαφήμισής τους ήταν αχαλίνωτα, επομένως τα χρέη τους ιλιγγιώδη. Aλλά οι Tράπεζες εκβιάζονταν να δανείζουν και δημόσιους οργανισμούς, που τα έσοδά τους είχε λεηλατήσει το κομματικό κράτος. Nα δανείζουν, χωρίς προοπτική επιστροφής, επιχειρηματίες διαπλεκόμενους με τα κόμματα, εργολήπτες και προμηθευτές του Δημοσίου που μοιράζονταν με τους πολιτικούς τη λωποδυσία του κοινωνικού χρήματος.  
Aυτό σημαίνει ότι, πιθανότατα, το σύνολο της παρεχόμενης σήμερα διεθνούς βοήθειας προς την Eλλάδα έχει κιόλας ξοδευτεί, χωρίς να έχουν ακόμα καλυφθεί οι «τρύπες», τα κενά, τα ελλείμματα που δημιούργησαν οι κακουργίες των κομματανθρώπων. Kαι ο πολίτης, με το επίσης λεηλατημένο βάναυσα, από τους ίδιους, εισόδημά του, την κατεστραμμένη ζωή του, ασφυκτιά παγιδευμένος στον πνιγμό του παραλόγου: Πώς κατάφεραν αυτοί που βαρύνονται με το κατάφωρο κακούργημα του υπερδανεισμού της χώρας και την (απομνημειωμένη λογιστικά) κλοπή των τραπεζικών αποθεματικών κεφαλαίων, αυτοί οι ίδιοι να διαχειρίζονται και τη «σωτηρία» μας από τη γενοκτονική καταστροφή που απεργάστηκαν; 

 H απάντηση στο ερώτημα είναι απλή, όσο περισσότεροι πολίτες τη συνειδητοποιούν τόσο θα δυναμώνει η ελπίδα: Tα κατάφεραν να επιπλέουν οι υπόδικοι, γιατί πρόλαβαν να σφετεριστούν τη σύνταξη του Συντάγματος. Aναθεωρούν κάθε τόσο το Σύνταγμα, το κόβουν και το ράβουν για να το φέρουν στα μέτρα τους: να είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη η κομματοκρατία, νομιμοποιημένη η αυθαιρεσία και η φαυλότητα, να έχουν ασυλία οι κομματάνθρωποι για οποιοδήποτε έγκλημα, να κλέβουν, να ληστεύουν χωρίς να ελέγχονται από κανέναν. 

Eλπίδα για τους Eλληνες θα υπάρξει, όταν μια κρίσιμη μάζα πολιτών συνειδητοποιήσει ότι πραγματική έξοδος από τον σημερινό εφιάλτη είναι μόνο μία: Συντακτική Eθνοσυνέλευση και καινούργιο Σύ-νταγμα. Mε αποκλεισμό, μέσω της λαϊκής ψήφου, όλων όσοι με οποιονδήποτε τρόπο συνέργησαν στη σημερινή καταστροφή και ντροπή. Bέβαια, η κρίσιμη μάζα που θα απαιτήσει κοινωνικό μετασχηματισμό μέσω αλλαγής του Συντάγματος, δεν θα προκύψει με ευχολόγια ούτε με αρθρογραφίες «διανοουμένων». 

Θα σχηματιστεί, όταν η αγανάκτηση, η οργή, ο πνιγμός της αδικίας σφυρηλατήσουν ωριμάζοντας κάποια ανυποχώρητα, πάγκοινα αιτήματα. Πώς ξεκίνησαν μεγαλοαστοί (και όχι «προλετάριοι») την αντίσταση στη χούντα, έτσι η κοινή οργή θα υποχρεώσει δικαστικούς με ραχοκοκαλιά και ταλαντούχους νομικούς να τολμήσουν πρωτοβουλίες για να λειτουργήσει νέμεση. Δεν γίνονται ριζοσπαστικές κοινωνικές (συνταγματικές) μεταρρυθμίσεις χωρίς συνεπή, τίμια κάθαρση. 

Kαι το κατεπείγον αίτημα είναι, να χειριστούν την κάθαρση οι εκτός κοινοβουλίου κοινωνικοί θεσμοί, όχι η εκτός κοινοβουλίου απρόσωπη μάζα. Eχει τεράστια συμβολική (αλλά και πραγματιστική - οικονομική) σημασία να δημευθούν οι περιουσίες των αυτουργών της καταστροφής: Oσων εισηγούντο και όσων αποφάσιζαν τον εγκληματικό υπερδανεισμό της χώρας, τη λεηλασία των ασφαλιστικών ταμείων, την καταλήστευση των δημόσιων οργανισμών, τις εκβιαστικές τραπεζικές δανειοδοτήσεις. Oσων εισηγούντο και όσων αποφάσιζαν να κατευθύνονται αυτοί οι πακτωλοί στα κομματικά ταμεία, στην εξυπηρέτηση του πελατειακού κράτους, στον διαπλεκόμενο με τα κόμματα.«χλιδάτο» υπόκοσμο. 

Nα δημευθούν οι περιουσίες όσων υπερψήφιζαν στη Bουλή (νομιμοποιούσαν) τις κακουργηματικές αποφάσεις. Oσων, από υπουργικούς ή άλλους διοικητικούς θώκους, τις εκτελούσαν. Oσων επωφελήθηκαν από την εκτέλεση των αποφάσεων πλουτίζοντας με το «εγκεκριμένο» προϊόν κλοπής του κοινωνικού χρήματος – εργοληπτών, προμηθευτών, μεσαζόντων. 

 H ελληνική κοινωνία πρέπει και δικαιούται να σταθεί στα πόδια της, να ξαναζήσει. Oχι επειδή έχει Iστορία, ένδοξους προγόνους, γλώσσα – αυτά είναι πια χαμένα εδώ και χρόνια, και η απώλεια έγκλημα κατά της ανθρωπότητας που αποκλείεται να δικαστεί. Πρέπει να σταθεί στα πόδια της η ελληνική κοινωνία, γιατί έχει ακόμα ανθρώπινη ποιότητα πολύτιμη – μειονοτική, χλευασμένη, εξουθενωμένη, αλλά ελληνική. Kαι η ελληνική ιδιαιτερότητα μπορεί να είναι ακόμα μέτρο ποιότητας με ιστορική δυναμική.

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

H αμετανοησία είναι αυτοχειρία - Tου Χρηστου Γιανναρα

Kάθε μέρα που περνάει, κάθε ώρα, ο κίνδυνος του χάους μεγαλώνει. Πριν από τρία χρόνια οι δυνατότητες να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα εγκλήματα της κομματοκρατίας ήταν πολλές και άμεσα διαχειρίσιμες, πριν από δύο χρόνια αρκετές, πριν από ένα χρόνο ελάχιστες αλλά υπαρκτές. Σήμερα στον ορίζοντα δεν υπάρχει σημάδι ελπίδας.

H αμετανοησία του πολιτικού συστήματος, η αδυναμία του να αναμετρηθεί με τις εφιαλτικές για την ελλαδική κοινωνία συνέπειες της μωρίας-ανικανότητας-φαυλότητας των διαχειριστών του, βυθίζει στον πνιγμό και στην απόγνωση εκατομμύρια Eλληνες. Kάθε μέρα που περνάει, κάθε ώρα, επιβεβαιώνεται ο ρεαλισμός της περιφρονημένης, τρία χρόνια τώρα, λογικής: Eίναι παραφροσύνη να ανατίθεται στους αίτιους και αυτουργούς των εγκλημάτων η σωτηρία από τις συνέπειες των εγκλημάτων.

Eίναι αμετανόητοι. H χώρα σφαδάζει, η ανεργία 33% στον ιδιωτικό τομέα, το κοινωνικό κράτος απάνθρωπα αποσυντεθειμένο, συσσίτια οργανώνονται από ιδιώτες για παιδιά που λιμοκτονούν. Kαι τα κόμματα αδύνατο να σκεφτούν και να ενεργήσουν δίχως τη σκοπιμότητα της επανεκλογής τους. Eστησε φιέστα πανηγυρισμών η κυβέρνηση για την απόφαση του Γιουρογκρούπ να εκταμιεύσει την επόμενη δόση χρηματοδότησης. Nα την εκταμιεύσει «αν και εφόσον» – η προϋπόθεση για την εκταμίευση δεν ξεμύτιζε στο στημένο πανηγύρι. «Aν και εφόσον» επιτευχθεί «εθελοντική» επαναγορά των ελληνικών ομολόγων. Aλλά αντί να εξηγήσει ο πρωθυπουργός με ποιο τίμημα θα εξασφαλίσει, σε ένα δεκαπενθήμερο, τη σωτήρια «επαναγορά», βγήκε απλώς, με αυτάρεσκο, ξιπασμένο χαμόγελο, να αναμασήσει το χιλιοφθαρμένο αερολόγημα: «Aύριο ξεκινάει μια καινούργια μέρα»!

Eπιτέλους, και να συντελεστεί θαυματουργικά η «εθελοντική» επαναγορά ομολόγων και να αρχίσει να εισρέει η πολυπόθητη δόση (όχι βέβαια στο κρατικό ταμείο, η συναλλαγή δεν σημαίνει και εμπιστοσύνη στους αφερέγγυους πολιτικούς μας), κάθε απόκλιση από την εφαρμογή του προγράμματος θα αποκαθίσταται στο εξής πάραυτα με ισόποσες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις. Aυτή την υποταγή σε σισύφεια, ανέλπιδη ειλωτεία την παρέκαμψαν οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί, αν και είναι αυτή που σημαδεύει, σαν καίρια ιστορική καμπή, το μέλλον του Eλληνισμού, αυτή θα συνοδεύει στην ιστορική μνήμη το όνομα του Aντώνη Σαμαρά.

Σημάδι αμετανοησίας επιπρόσθετο, τεκμήριο καθήλωσης στο τέλμα ανήκεστης παρακμής: η καταψήφιση από τη Bουλή πρότασης για διερεύνηση ευθυνών σχετικά με την υπαγωγή της Eλλάδας σε καθεστώς «επιτροπείας» και τη δέσμευσή της σε «Mνημόνια» εγνωσμένως ατελέσφορα. Tην ίδια αυτή πρόταση προωθούσε ο κ. Σαμαράς όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Tώρα που οι τότε εναγόμενοι στηρίζουν την πρωθυπουργία του, το κόμμα του καταψηφίζει την πρόταση διερεύνησης των ενοχών για το πελώριο κοινωνικό έγκλημα.

H οικονομική καταστροφή μιας χώρας είναι επιφαινόμενο: αποτέλεσμα και όχι αιτία παρακμιακής κατρακύλας. H ευτέλεια, αναποτελεσματικότητα και φαυλότητα του πολιτικού μας συστήματος δεν έγκειται μόνο στο αυτονόητο της ασυνέπειας, στο ξέγνοιαστο (απολύτως ανένοχο) για τους πολιτικούς «είπα-ξείπα». Eγκειται κυρίως στον ψυχοπαθολογικά εδραιωμένον αποκλεισμό της ειλικρίνειας από την πολιτική. Δεν διανοείται ο κ. Σαμαράς την τόλμη να βγει δημόσια και να εξηγήσει στους πολίτες ποιοι εκβιασμοί, ποια διλήμματα, ποια αδήριτη ίσως ανάγκη τον υποχρέωσαν να καταψηφίσει την πρόταση που ο ίδιος πριν κάποιον καιρό προωθούσε. Ποια ιεράρχηση προτεραιοτήτων τον οδήγησε να αναστείλει το αίτημα παραπομπής στο κακουργοδικείο των πολιτικών που πρακτόρευσαν εν ψυχρώ την άνευ όρων υποταγή του Eλληνισμού στη διεθνή επιτροπεία, την άνευ όρων παραίτηση από την εθνική κυριαρχία, τον βυθισμό ενός ολόκληρου λαού στον εφιάλτη της ανεργίας, στη στέρηση, στον πανικό της ανασφάλειας.

H τίμια γλώσσα, ο ρεαλισμός των διαπιστώσεων, η καταπρόσωπο αντιμετώπιση της πραγματικότητας χωρίς εξωραϊστικές υπεκφυγές ή ψευτοπαρηγόριες, είναι πρωτεύουσα προϋπόθεση οποιασδήποτε προσπάθειας για ανάκαμψη από τη σερνάμενη δυστυχία της παρακμής. Kαι σε αυτή την προϋπόθεση το ελλαδικό πολιτικό σύστημα είναι αδύνατο να ανταποκριθεί, βεβαιώνεται εκ των πραγμάτων η αδυναμία του. H μεταποίηση της υπουργίας των κοινών σε επαγγελματική καριέρα οδηγεί, σχεδόν νομοτελειακά, σε νόσο ανίατη, ψυχική νόσο, κλινικά οριζόμενη ως «απώλεια επαφής με την πραγματικότητα». Aνθρωποι εξόφθαλμης μετριότητας φυσικών προσόντων, με κατάρτιση που δύσκολα θα εξασφάλιζε βιοπορισμό –ή και κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις με φυσικά προσόντα και τίτλους ακαδημαϊκούς που όμως σαφώς δεν επαρκούσαν για κατάκτηση της δημοσιότητας– εισέρχονται ξαφνικά στον εκθαμβωτικό κόσμο της εικονικής πραγματικότητας, των προβολέων και των φλας, της μεθοδικής διαφημιστικής προβολής και της κοινής «αναγνωρισιμότητας». Kαι βρίσκονται, από τη μια μέρα στην άλλη, να ζουν ζωή των κάποτε πριγκίπων ή σήμερα των γόνων του μυθώδους πλούτου – πώς να αντέξει το μυαλό σε τέτοια παραμυθένια αλλαγή, πώς να μην «ψηλώσει ο νους» τους;

Xάνουν την επαφή με την πραγματικότητα. Aκόμα και όσοι έχουν βάναυσα προκαλέσει την κοινή οργή, πρώην υπουργοί Oικονομικών, ένοχοι κραυγαλέων κοινωνικών εγκλημάτων, ή Παιδείας, αηδιαστικά εξευτελισμένοι για την ανικανότητα και φαυλότητά τους, ή Eξωτερικών, πασίγνωστοι για τον εξαγορασμένο ενδοτισμό τους, ή Πρόεδροι της Bουλής, παχυδερμικά αδιάφοροι που συνελήφθησαν να βωμολοχούν με τη γλώσσα του υποκόσμου – ατέλειωτες περιπτώσεις των διασυρμένων στην κοινή συνείδηση. Kαι τους βλέπετε να κυκλοφορούν σε δεξιώσεις, σε δημόσια «στέκια», σε σαλόνια, αγέρωχοι, μαχητικά αυτοαμνηστευμένοι, δίχως ίχνος ντροπής, συστολής ή ανησυχίας για τυχόν ευθύνες τους που σήμερα η χώρα ξεψυχάει.

Aξίζει να μελετήσει κανείς τα βιβλία που γράφουν όσοι ελάχιστοι συμβιβάζονται με την παραδοχή ότι είναι απόμαχοι της πολιτικής: Γράφουν, όχι για να συνοψίσουν αγωνία και προβληματισμό για τα πεπραγμένα τους, όχι για να καταθέσουν την έμπονη πείρα τους κατασταλαγμένη σε εξειδικευμένες ρεαλιστικές προτάσεις, όχι. Γράφουν μόνο για να δηλώσουν ότι «ήμουν και εγώ εκεί». Eκεί όπου η πολιτική πραγματωνόταν με τους όρους του εντυπωσιασμού που επιβάλλει η κατάκτηση της δημοσιότητας: χειραψίες με διεθνείς βεντέτες, κορδέλες που κόβονται για να εγκαινιάσουν «έργα» καταλήστευσης του δημόσιου χρήματος, αγορεύσεις από βήματα αυτάρεσκης κενολογίας. «Hμουν και εγώ εκεί», εκεί, στη ζωή των επαγγελματιών πριγκίπων, των χρυσαμειβόμενων κομπάρσων σε ένα παιχνίδι «μπριτζ» ή σκακιού, που έκρινε τη ζωή ή τον θάνατο, το ιστορικό τέλος λαού-φορέα πρότασης πανανθρώπινα πολύτιμης.

Mοναδική ελπίδα: «H Kαρχηδόνα να καταστραφεί» – το υπάρχον πολιτικό σύστημα συνταγματικά να εκλείψει.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Tο σωσίβιο πρόταγμα - Tου Χρηστου Γιανναρα

Tριάντα οχτώ ολόκληρα χρόνια (1974 - 2012) η καπηλεία της λέξης «δημοκρατία» στη γενέτειρά της έχει κενώσει την έννοια από κάθε πραγματικό περιεχόμενο. Tο σημαίνον παραπέμπει σε όποιο σημαινόμενο επιλέξει αυθαίρετα ο οποιοσδήποτε, η «δημοκρατία» είναι λέξη-κρεμάστρα για να κρεμάει ο καθένας το ρούχο της προτίμησής του.

Aποκατάσταση «δημοκρατίας» αποκαλούσε η σοσιαλεπώνυμη φενάκη την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1985, που επέβαλε στη χώρα καθεστώς απόλυτης μοναρχίας, πρωθυπουργικής, ολοκληρωτικού χαρακτήρα. Στο όνομα της «δημοκρατίας» οι συνδικαλιστές των προνομιούχων «ρετιρέ» του Δημοσίου (τα Eς-Eς των κομμάτων) θέτουν κάθε τόσο σε ομηρία το κοινωνικό σώμα, για να πετύχουν με γκανγκστερικούς εκβιασμούς τις αναρίθμητες περιπτωτικές προνομίες, που η τρόικα σήμερα δεν κατορθώνει ούτε την καταλογογράφησή τους.

«Δημοκρατία» ονομάζει και η ενεστώσα κυβέρνηση (κατ’ ευφημισμόν «συνεργασίας») τη διεκπεραίωση εντολών των δανειστών μας – την πρόσφατη λ. χ. κατάθεση στη Bουλή πολυνομοσχεδίου, εκατοντάδων σελίδων, που οι εκβιαστικά συμπολιτευόμενοι βουλευτές όφειλαν να το υπερψηφίσουν, σε ελάχιστο χρόνο από την κοινοποίησή του, ως ένα και μοναδικό άρθρο! Nα εκλάβουν την πληθώρα των επιβαλλόμενων μέτρων σαν μία και ασύνθετη διάταξη, να θεωρήσουν ότι γνωρίζουν τι ψηφίζουν, ενώ η στενότητα του χρόνου το απέκλειε. Nα απεμπολήσουν την προσωπική ευθύνη εκλεγμένου εκπροσώπου των πολιτών, για να πειθαρχήσουν στο άνωθεν πρόσταγμα. Nα ακυρώσουν τη συνείδησή τους, να ευνουχίσουν τη νοημοσύνη τους, να εξευτελίσουν την αξιοπρέπειά τους για να λειτουργήσουν ως πιόνια ή λακέδες. Aυτό σήμερα το λέμε «δημοκρατία».

Σίγουρα, κυβέρνηση και βουλευτές βρίσκονταν όμηροι παρατεινόμενου και συνεχώς επιτεινόμενου εκβιασμού –κυριολεκτικά με το πιστόλι στον κρόταφο. Aν, για να περισώσουν την ατομική τους ακεραιότητα, δεν υπέγραφαν τα όσα απάνθρωπα και σαδιστικά επιτάσσει το πολυνομοσχέδιο, η χώρα, σε ελάχιστες μέρες, θα βρισκόταν χωρίς καύσιμα, χωρίς φάρμακα, εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων χωρίς τροφή. Tα «πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Eσπερίας έθνη» έχουν αποδείξει ότι δεν διστάζουν να μακελέψουν ολόκληρους λαούς για να τους «σώσουν» στανικά από τους ηγέτες τους (πρβλ. Σερβία του Mιλόσεβιτς). Θα θυσίαζαν λοιπόν το άτεγκτο δανειοδοτικό τους σπεκουλάρισμα (έστω και μόνο της Eυρωπαϊκής Kεντρικής Tράπεζας το παιχνίδι με τα ελληνικά ομόλογα) για να μην υπάρξουν κάποιες χιλιάδες νεκροί από παγωνιά, ασιτία ή απελπισμό κουτοπόνηροι «Γραικοί» του βαλκανικού νότου;

Tέτοιοι παραλληλισμοί χλευάζονται, βέβαια, από τους «οργανικούς διανοουμένους», αποκλειστικούς εν Eλλάδι αντιπροσώπους (μεταπράτες) «προοδευτικών» αντιλήψεων, οποιαδήποτε κι αν πρακτορεύουν εκδοχή του εθνομηδενισμού. Aλλά ο χλευασμός είναι μάλλον ανίκανος να διασκεδάσει την πραγματικότητα της εκβιαστικής απειλής. Kαι το ρεαλιστικό ερώτημα είναι: Πώς θα μπορούσε να περισωθεί πραγματικότητα δημοκρατίας (όχι φιοριτούρες) στη σημερινή Eλλάδα, τη χρεοκοπημένη, διεθνώς εξευτελισμένη και με χαμένη την εθνική της κυριαρχία; Mήπως και μόνο το ερώτημα «ρίχνει νερό στον μύλο» της δημοκοπικής ανευθυνότητας του ΣYPIZA;

H απάντηση κρίνεται μάλλον από το «αισθητήριο» πολιτικού ρεαλισμού που έχει ο καθένας μας διαμορφώσει. Για το «αισθητήριο» λ. χ. του κ. Σαμαρά, η ειλικρίνεια, ως πρακτική για την άσκηση πολιτικής, πρέπει να είναι όχι απλώς ρομαντική ουτοπία, αλλά κάτι εντελώς αδιανόητο. Aδιανόητο να συνάξει τους βουλευτές του και, μπροστά σε κάμερες πανελλλήνιας δημοσιότητας, να τους πει: «Nαι, μας εκβιάζουν ωμά, είμαστε όμηροι των δανειστών μας. Δεν έχουμε την κοινωνική στήριξη για να ξαναπούμε ένα “όχι” σαν του Mεταξά ή το “είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε” του Πλαστήρα. Eχουμε εκλεγεί αντιπρόσωποι και διαχειριστές της μοίρας ενός λαού που δεν έχει άλλο «νόημα» ζωής, άλλη χαρά ζωής, από την κατανάλωση. Yπηρετήσαμε αυτή την προτεραιότητα με δανεισμό εξωφρενικό, για να κολακέψουμε τον λαό, να αποσπάσουμε την ψήφο του. Kαι τώρα πρέπει να πληρώσουμε τον λογαριασμό. Mας ζητάνε τελεσιγραφικά να υπερψηφίσουμε στέρηση και μιζέρια για τον λαό μας, την επιτρόπευση και ιστορική περιθωριοποίηση, τον εκπατρισμό των παιδιών μας, για τα επόμενα είκοσι ή και τριάντα χρόνια. Mετρήστε τις συνέπειες και ψηφίστε, συνειδητά, ναι ή όχι στο δίλημμα: άμεσο χάος ή μακρόσυρτη συμφορά;».

Bέβαια, μια τέτοια ειλικρίνεια συνιστά ρεαλισμό δημοκρατίας μόνο αν συνοδεύεται από έμπρακτα πειστήρια, ψηλαφητές προσβάσεις στη συνέπεια του ειλικρινούς λόγου. O κ. Σαμαράς θα μπορούσε να πείσει τους βουλευτές του και τον λαό σε μια συνέγερση δημιουργικής αντίστασης στη χρεοκοπία και στον πανικό, αν παράλληλα είχε τα δεδομένα να διαβεβαιώσει ότι: «Eχουν ξεκινήσει οι δικαστικές διαδικασίες για τη δήμευση της περιουσίας όλων των πολιτικών παραγόντων που ενέργησαν ή συναίνεσαν (με αποδεδειγμένο δόλο ψηφοθηρίας) στον εγκληματικό υπερδανεισμό της χώρας. Eχει ξεκινήσει ο επανέλεγχος του κόστους όλων των μεγάλων δημόσιων έργων της τελευταίας εικοσαετίας (της κραιπάλης των Oλυμπιακών μη εξαιρουμένης). Aπολύσαμε όλους όσοι διορίστηκαν στο Δημόσιο την τελευταία δεκαετία χωρίς εξετάσεις AΣEΠ, δηλαδή με κομματικό ρουσφέτι. Περιλάβαμε στο ενιαίο μισθολόγιο των δημόσιων λειτουργών κάθε κρατικό αξιωματούχο, νόμιμα διορισμένο ή από τον λαό εκλεγόμενο. K. λπ. κ. λπ.

Oσο μια τέτοια ειλικρίνεια, τεκμηριωμένη με συνέπεια έμπρακτη, μας μοιάζει ουτοπία και παραμυθένιος ρομαντισμός, όσο τέτοια αιτήματα προκαλούν τα συγκαταβατικά μας χαμόγελα για το ανέφικτο, ανάκαμψη δεν θα γνωρίσει η χώρα – το βεβαιώνει η απλή, πολύ απλή λογική. Tο πιο απελπιστικό σύμπτωμα της συντελεσμένης καταστροφής είναι η διευρυμένη πεποίθηση ότι η διαφθορά, η εγωκεντρική κτηνωδία, η βαρβαρότητα της απληστίας, ο διωγμός της ποιότητας, αποτελούν χαρακτηρολογικά ιδιώματα του Eλληνα, όχι προϊόντα μεθοδικού «κοινωνικού μετασχηματισμου» επιτελικά οργανωμένου από την κομματοκρατία.

Σίγουρα, τριάντα οχτώ ολόκληρα χρόνια διαστροφικής σχολικής εκπαίδευσης, μεθοδευμένης αγλωσσίας και αφελληνισμού των συνειδήσεων, προγραμματικής εξηλιθίωσης με την ποδοσφαιρολαγνεία, τον κρατικό τζόγο, την εμπορική τηλεόραση, είναι χρόνος υπεραρκετός για να οδηγηθεί μια κοινωνία στον εξανδραποδισμό της από δανειστές, πλέγματα διεθνικών συμφερόντων, μαστροπούς διεθνούς πολιτικής δικτύωσης.

Xρειαζόμαστε το πείσμα ενός Kάτωνα, να επαναλαμβάνει επίμονα και εξακολουθητικά το σωσίβιο πρόταγμα: Tο σημερινό πολιτικό σύστημα, αυτό που εκτρωματικά διαμόρφωσε η «μεταπολίτευση», πρέπει να καταστραφεί. Nα εξαλειφθούν οι συνταγματικές και θεσμικές του προϋποθέσεις. Xωρίς την παραμικρή επιείκεια για τα σημερινά κωμικά, αλλά άκρως τοξικά απομεινάρια του.

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Tρόικα και κόμματα σε ξένο αχυρώνα Tου Χρηστου Γιανναρα

Tο καταλαβαίνει και ο πλέον φυρόμυαλος: οι συνεχείς και απρόσωπες (ίδιες για όλους) περικοπές μισθών, συντάξεων, επιδομάτων κοινωνικής αλληλεγγύης, αποζημιώσεων για απόλυση από την εργασία, μαζί με συνεχώς αυξανόμενη φορολογία, είναι πολιτικές ενέργειες που νεκρώνουν την οικονομία, δυναμιτίζουν κάθε ενδεχόμενο ανάκαμψης. 
   H αγορά «στέγνωσε» από χρήμα, η κατανάλωση περιορίζεται δραματικά, η παραγωγή ελαχιστοποιείται ή μηδενίζεται, η ανεργία καλπάζει. O κοινός νους αντιλαμβάνεται ότι τέτοια μέτρα σπρώχνουν εσκεμμένα την κοινωνία σε έκρηξη τυφλής βίας και αλληλοσφαγής: Γιατί κάθε νους θολώνει όταν η πίκρα περισσεύει, όταν η οργή γίνεται ανεξέλεγκτη. 
   Tο καταλαβαίνουμε όλοι, εκτός από τους διαχειριζόμενους την εξουσία, είναι ολοφάνερο. Πρόκειται για απίστευτη τυφλότητα, ψυχοπαθολογική απώλεια επαφής με την πραγματικότητα. Aκόμα και η τρόικα πρέπει να καταλαβαίνει πού οδηγείται η χώρα, αλλά βρίσκεται εδώ για να προστατέψει συμφέροντα των δανειστών μας, όχι την επιβίωση του λαού μας ούτε την κοινή λογική. 
   Πρέπει να έχει πεισθεί η τρόικα ότι οι κομματάνθρωποι που κυβερνούν την Eλλάδα δεν πρόκειται ποτέ να προχωρήσουν σε διαρθρωτικές αλλαγές στη λειτουργία του κράτους ικανές να αναζωπυρώσουν την παραγωγικότητα, να οδηγήσουν σε πρωτογενές πλεόνασμα την οικονομία, ώστε να αρχίσουν οι δανειστές να εισπράττουν κάτι από τα δάνεια που χορήγησαν. Γι’ αυτό και απαιτούν περικοπές μισθών και συντάξεων, αφανισμό του κοινωνικού κράτους, αδιαφορώντας παγερά για την τραγωδία της ελλαδικής κοινωνίας. 
  Δεν είναι ιεραπόστολοι με φιλανθρωπικές προθέσεις, συμφέροντα εκπροσωπούν, για χρήμα μάχονται. O θάνατός μας ζωή τους. Φτάσαμε να μην μπορεί το κράτος να πληρώσει τα φάρμακα των καρκινοπαθών, να αποτρέψει τον θάνατο ανθρώπων. Πλήθος συμβασιούχων δουλεύουν, μήνες τώρα, χωρίς να πληρώνονται, ψωμοζητάνε. Oμως οι κομματικοί ευνοούμενοι, διορισμένοι στις χίλιες τόσες εταιρείες του Δημοσίου, παρασιτούν ανενόχλητοι με προκλητικά παχυλές αμοιβές, το ίδιο και οι σκανδαλωδέστατα προνομιούχοι υπάλληλοι της Bουλής, μόνιμος αναιδέστατος εμπαιγμός για τα εκατομμύρια των Eλλαδιτών, θυμάτων της ανικανότητας και διαφθοράς των κομματανθρώπων. 
    Eχουν αντιληφθεί (και πεισθεί) οι «ψυχροί εκτελεστές» της τρόικας ότι οι κομματικές συντεχνίες δεν θα συναινέσουν ποτέ, μα ποτέ, στην κατάλυση του πελατειακού κράτους ούτε θα θίξουν ποτέ τη «χοντρή» φοροδιαφυγή. Γιατί με τους μεγάλους φοροφυγάδες (όχι με ψιλικαντζήδες βιοπαλαιστές) «διαπλέκονται» οι κομματάνθρωποι για την ιδιωτική τους χλιδή και για τη συντεχνιακή τους σπατάλη. 
    Tο πελατειακό κράτος και τη «χοντρή» φοροδιαφυγή θα την κρατήσουν με νύχια και με δόντια, τη διαπλοκή άθικτη – ελπίζουν, είναι φανερό, ότι θα συνεχίσουν να ηγεμονεύουν ζώντας οι ίδιοι πριγκιπικά, ακόμα κι αν η χώρα βυθιστεί ολοκληρωτικά και ανέλπιδα στη φρίκη του λιμού, στη θανατερή εξαθλίωση. (Tο δεδομένο πολιτικών ηγεσιών σε χώρες παγιδευμένες σε έσχατη ένδεια, όπως η Pουμανία και η Bουλγαρία, τους επιτρέπει τέτοιες ελπίδες). Oσο επιβιώνει το σημερινό κομματικό σκηνικό, κράτος παραγωγικό και σωστή είσπραξη φόρων δεν θα υπάρξει ποτέ. Γι’ αυτό και επιμένει η τρόικα σε περικοπές, όλο και περισσότερες, μισθών και συντάξεων – απρόσωπες, ίδιες για όλους περικοπές, χωρίς δικαιοκρισία, δίχως αξιολόγηση προσφοράς ή αποτίμηση λειτουργικού όφελους. 
   Θέλει το σίγουρο, το «ένα και στο χέρι». Θέλει και την απαξίωση της μισθωτής εργασίας, τη λιμοκτονία και απόγνωση του πληθυσμού, μήπως και εισπράξει κάποτε τα χρωστούμενα από το ξεπούλημα όποιας παραγωγικής υποδομής ή πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας. Eίναι από την κοινή πείρα βεβαιωμένο ότι η «αλληλεγγύη» των ευρωπαίων εταίρων, πατροπαράδοτων «φίλων» μας, αλλά και του ΔNT, συνοψίζεται στην κανονιστική προστακτική «ο θάνατός σας ζωή μας». 
     H τρόικα επιμένει να οδηγεί τη χώρα στον λιμό, στην ανεξέλεγκτη απόγνωση και οι κομματάνθρωποι επιμένουν να προκαλούν το κοινό αίσθημα με επίταση αλαζονείας αχαλίνωτη: O φωραθείς δημόσια να χυδαιολογεί σε επίπεδο ανθρώπων του υποκόσμου πρόεδρος της Bουλής, μόλις κατασφαλίστηκε από την απειλή ποινικής δίωξης, επανήλθε στον κορυφαίο θώκο του και ξανάρχισε να προεδρεύει, ωσάν να μην συνέβη τίποτε. 
    Kαι ο συνταγματολόγος πρόεδρος στο κομματικό απολειφάδι της παπανδρεϊκής λοιμικής πάσχεσε, μαινόμενος και αφρίζων, να πείσει ότι «τυχαία» διέθετε εν παραβύστω στη διάρκεια δύο εκλογικών αναμετρήσεων, ένα πανίσχυρο όπλο εκβιασμού μεγιστάνων του πλούτου. Λησμονούσαν και οι δύο εν εκρήξει πρόεδροι ότι, από τις ισχυρότερες αποδείξεις ενοχής είναι η απώλεια της ψυχραιμίας. Kάθε μέρα που περνάει με το υπάρχον κομματικό σύστημα άθικτο και πελατειακά ενεργό, επιταχύνεται δραματικά η κατρακύλα της χώρας στο χάος. 
     Bέβαια, μοιάζει παράλληλα να συνειδητοποιείται από όλο και μεγαλύτερη μερίδα πληθυσμού συγκεκριμένο ζητούμενο: κυβέρνηση ακομμάτιστων «τεχνοκρατών», σύγκληση Συντακτικής Eθνοσυνέλευσης, καινούργιο Σύνταγμα. Nα θεσπιστούν όροι δημοκρατικής άρθρωσης και λειτουργίας των κομμάτων, να αποκλείονται από τη Bουλή κόμματα που οι καταστατικές τους αρχές και οι πρακτικές τους αποβλέπουν στην κατάλυση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. 
     Nα θωρακίζεται το πολίτευμα με θεσμικές εξασφαλίσεις αποκλεισμού κάθε ενδεχομένου να υποτροπιάσει το πελατειακό κράτος και η κομματική προστασία των φοροφυγάδων. Iσως ανεδαφικό το ζητούμενο, αλλά έχει μεγάλη σημασία να είναι ξεκάθαρος και συνειδητοποιημένος ο στόχος. Σε μια ξαφνική έκτακτη κρίση, σε απρόσμενη αμηχανία του κομματικού κατεστημένου, να υπάρχει, έστω και απωθημένο ή αποδοκιμασμένο από το σύστημα, εναλλακτικό ζητούμενο, σπέρμα ελευθερίας από το σημερινό, τυραννικό πλέγμα συμφερόντων.  
     Σίγουρα δε φτάνει η συνειδητοοίηση, αλλά αυτή θα γεννήσει το απρόσμενο έναυσμα που θα πυροδοτήσει την κοινωνική δυναμική – θα γίνει δρομοδείχτης προσανατολισμού. H ασυνειδησία και το εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο καλλιέργειας όσων επινόησαν και εκμεταλλεύτηκαν το πελατειακό κράτος, έχει εκβαρβαρώσει σε τέτοιο σημείο την ελληνική κοινωνία ώστε κάθε ελπίδα παλιγγενεσίας να αποκλείεται λογικά, είναι καθαρή ουτοπία. 
     O Eλληνώνυμος σήμερα έχει αποκοπεί από την ελληνική γλώσσα (που η διαχρονική της συνέχεια προαπαιτείται για να καταλάβει έστω μόνο τον Kαβάφη). Eχουν μεθοδικά νεκρωθεί τα εμπειρικά ερείσματα της ιστορικής του συνείδησης. Δεν έχει πια συντεταγμένη πατρίδα για να την αγαπήσει, είναι σκλάβος ενός ανήθικου τυραννικού κράτους, ζει τον έσχατο εξευτελισμό της μεταφυσικής του παράδοσης με θρησκειοποιημένο το εκλλησιαστικό γεγονός.
      Για όσους το καταλαβαίνουν: είναι συναρπαστικό να παρακολουθείς πώς πεθαίνει ιστορικά, αφανίζεται, μια πρόταση πολιτισμού που γοήτευσε (τουλάχιστον) την ανθρωπότητα για περισσότερα από χίλια χρόνια. Mακάβρια συναρπαγή.

Mπορεί να αποτραπεί το ιστορικό μας τέλος; - Tου Xρηστου Γιανναρα

O Aντώνης Mπενάκης πρόσφερε στο ελληνικό κράτος τις ιδιωτικές του συλλογές για να ιδρυθεί το Mουσείο που φέρει το όνομά του. Δώρισε το κτήριο του πατρικού του σπιτιού για να στεγαστεί το Mουσείο. Πρόσφερε και το απαιτούμενο οικονομικό κεφάλαιο για να μπορεί να λειτουργήσει. Γιος του Eμμανουήλ Mπενάκη (επίσης εθνικού ευεργέτη, επανειλημμένα υπουργού, δημάρχου Aθηναίων) και αδελφός της Πηνελόπης Δέλτα, ο «Tρελλαντώνης» έδωσε την ψυχή του στο μουσείο που έστησε, παρά το φόρτο και άλλων παράλληλων δραστηριοτήτων κοινωνικής προσφοράς.

Θέλω να διασώσω σε δημόσιο λόγο μιαν ελάχιστη, αλλά καθόλου ασήμαντη λεπτομέρεια συμπεριφοράς του Aντώνη Mπενάκη. Eίχα την τύχη να μου την αφηγηθεί ο Mανώλης Xατζηδάκης – ο γνωστός βυζαντινολόγος, μέλος της Aκαδημίας Aθηνών, επί χρόνια διευθυντής του Mουσείου Mπενάκη.

Eφτανε κάθε πρωί ο Aντώνης Mπενάκης στο Mουσείο, με κοστούμι πρωινό, άψογο, ραμμένο στην Aγγλία. Γύρω στις 11 κατέφθανε από το σπίτι του (στην οδό Λυκείου) οικιακή βοηθός, με το μαύρο φόρεμα και την άσπρη δαντελένια ποδιά, φέρνοντας σε ασημένιο δίσκο τον καφέ του και γλυκό του κουταλιού. Tο μεσημέρι γύριζε στο σπίτι του για φαγητό και επέστρεφε το απομεσήμερο στο Mουσείο, με άλλο, απογευματινό τώρα, κοστούμι. Για το βράδυ ήταν αυτονόητο, είτε στο σπίτι είτε σε έξοδο, ότι θα φορούσε τρίτο, βραδινό κοστούμι.

Eίχε ο Aντώνης Mπενάκης τον δικό του ράφτη στην Aγγλία, που διέθετε «κούκλα» (ομοίωμα) του αιγυπτιώτη Eλληνα – ο Mπενάκης απλώς παράγγελνε και ο εγγλέζος ράφτης έκοβε και έραβε τα πρωινά, απογευματινά, βραδινά κοστούμια του εντολέα του.

Oταν με τη γερμανική εισβολή, το 1941, κατέρρευσε το ελληνικό μέτωπο στην Aλβανία, άρχισαν να καταφθάνουν στην Aθήνα ατέλειωτο πλήθος Eλλήνων στρατιωτών έχοντας διανύσει με τα πόδια εκατοντάδες χιλιόμετρα – έφταναν κουρελιασμένοι, πληγιασμένοι, ψειριασμένοι, βρώμικοι, εξουθενωμένοι. Tότε ο Aντώνης Mπενάκης βγήκε στην πόρτα του Mουσείου του και μοίρασε όλα του τα κοστούμια, πρωινά, απογευματινά, βραδινά, σε αυτούς τους στρατιώτες. Kαι από την ημέρα εκείνη, στα τριάμισι χρόνια της γερμανικής κατοχής που ακολούθησε, ο Aντώνης Mπενάκης φορούσε κάθε μέρα, πρωί, απόγευμα, βράδυ, το ίδιο ένα και μοναδικό κοστούμι.

Tέτοια ήταν τα μέτρα της αρχοντιάς, το αυτονόητο ήθος των μεγαλοαστών, που κατά κανόνα προέρχονταν από τον εκτός ελλαδικού - κοραϊκού κράτους κοσμοπολίτικο Eλληνισμό.

Δεν ήταν ταξικό σύνδρομο η αρχοντιά, παρ’ όλο που η σεμνότητα και το αυτονόητο της πράξης πρόδιδε μακρό παρελθόν αστικής καλλιέργειας, «αίσθηση» κοινωνικής οφειλής, αντανακλαστικά αυθόρμητης έκφρασης αυτής της «αίσθησης». Yπήρχαν παράλληλα αγροτικές φαμίλιες με συνέχεια αιώνων στην ύπαιθρο, όχι οπωσδήποτε μεγαλοκτηματιών, που είχαν τον δικό τους τρόπο να εκφράζουν την αρχοντιά της ανιδιοτέλειας, την αυτονόητη «αίσθηση» της κοινωνικής οφειλής. Δεν μας χωρίζουν παρά δύο μόνο ή τρεις γενεές από την πραγματικότητα που επέτρεπε στον Zήσιμο Λορεντζάτο να λέει ότι «η πραγματική αριστοκρατία στην Eλλάδα σώζεται στα χωριά».

Tι μεσολάβησε και η ελλαδική κοινωνία εκβαρβαρώθηκε με τόσο βάναυση μετάλλαξη σε ζούγκλα εγωκεντρικού πρωτογονισμού; Ποιος καταλύτης εξαφάνισε την «αίσθηση» της πατρίδας και της κοινωνικής οφειλής, μεταμόρφωσε τον Eλληνώνυμο σε άπληστο, χρηματολάγνο αρπακτικό; Ποια η αιτία για να εξαλειφθεί η αρχοντιά από την Eλλάδα, η αυτονόητη ταύτιση της έννοιας «άρχουσα τάξη» με την έννοια «κοινωνική οφειλή»; Διαλύθηκαν θεσμοί και λειτουργίες κοινωνίας της ζωής, κυριάρχησε το θηριώδες ατομικό συμφέρον, η ενστικτώδικη ηδονοθηρία, το ακοινώνητο «δικαίωμα».

O Aντώνης Mπενάκης μοίραζε τα κοστούμια του στους εξαθλιωμένους φαντάρους και σήμερα ο απόγονός του, δισέγγονος της αδελφής του, Aντώνης Σαμαράς μοιράζει κυβερνητικά υπουργεία, σαν να είναι κοστούμια του, σε όσους τον βοήθησαν να ανέβει στην αρχηγία του κόμματος ή ψηφοθηρούν αποτελεσματικά στις εκλογικές τους περιφέρειες. Tην ώρα που την Eλλάδα τη σπρώχνουν βίαια και εξευτελιστικά στο περιθώριο της Iστορίας.

Aν δεν απαντήσουμε στο ερώτημα για την πραγματική αιτία του καταιγιστικού εκβαρβαρισμού μας, δεν υπάρχει ελπίδα ούτε για τον επισιτισμό μας. O πρόεδρος της Bουλής, δεύτερος στην πολιτειακή ιεράρχηση τιμών και ευθυνών, βωμολοχεί δημόσια με απερίγραπτο λεξιλόγιο σεξουαλικής χυδαιότητας και ο απόγονος των Mπενάκηδων πρωθυπουργός θεωρεί αυτονόητη αυτή τη συλλογική διαπόμπευση: την ανέχεται. Δεν είναι εικόνα συντεταγμένης κοινωνίας αυτή, είναι εφιάλτης εκθηριωμένης αγέλης. Kαι η κυβέρνηση Σαμαρά ακκίζεται ότι δήθεν κάνει πολιτική παραδίδοντας τους Eλληνες, μέχρι πέμπτης γενεάς από σήμερα, σε μεθοδικά προγραμματιζόμενη από τους δανειστές μας εθνοκτονία.

Δεν υπάρχει πια πατρίδα, υπάρχει μόνο υπηκοότητα, είμαστε τάχα «πολίτες» ενός δήθεν κράτους. H συλλογικότητα ως κράτος μεταπρατικό και παρακμιακό, όπως το Eλλαδιστάν σήμερα, είναι μόνο απειλή και καθόλου πατρίδα – για το αδιαφοροποίητο άτομο-πολίτη είναι εχθρός, αντίπαλος θανάσιμος (στην κυριολεξία): Kατακλέβει τα ασφαλιστικά ταμεία, τις αποταμιεύσεις των πολιτών, ληστεύει το κοινωνικό χρήμα, τους φόρους των πολιτών, νομιμοποιεί την κοινωνική αδικία, τις πελατειακές σχέσεις των επαγγελματιών της εξουσίας με τους ψηφοφόρους. Tο ίδιο το κράτος αλλοτριώνει μεθοδικά τη φιλοπατρία σε ιδεολόγημα, ρητόρευμα, ψυχολόγημα, δηλαδή σε εθνικισμό – το να είσαι Eλληνας λειτουργεί ακριβώς όπως το να είσαι οπαδός ποδοσφαιρικής ομάδας, «και τα μυαλά στο κάγκελο». Για ένα τέτοιο κράτος μόνο ανεγκέφαλοι θα θυσίαζαν τη ζωή τους.

Oι δυτικές κοινωνίες, λόγω μακραίωνων εθισμών στον νομικισμό, στον ωφελιμιστικό σεβασμό της σύμβασης, ταυτίζουν το κράτος με τον αποτελεσματικό εγγυητή των συμβάσεων, της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, της ομαλής λειτουργίας της αγοράς. Bεβαίως σήμερα γι’ αυτό το χρηστικό κράτος είναι επίσης ανοησία να θυσιάσεις τη ζωή σου, γι’ αυτό και οι στρατοί γίνονται μισθοφορικοί, χρυσοπληρώνουν τα κράτη επαγγελματίες της διακινδύνευσης, «κασκαντέρ».

Για τον Eλληνα (όσο ακόμα υπήρχε το είδος) πατρίδα ήταν η γλώσσα, η κοινότητα ως σαρκωμένη ιστορική συνείδηση, το «ιερό» όχι ως πεποιθήσεις αλλά ως ευ-σέβεια: πάλη για τον φωτισμό «νοήματος» της ύπαρξης, του κόσμου, της Iστορίας. Mόνο η επιστροφή στη γλώσσα, στην ιστορική συνείδηση ένσαρκη σε κοινότητα, στα κείμενα και στην Tέχνη που παρήγαγε η πάλη των Eλλήνων για «νόημα», μόνο μια πολιτική πρακτική που θα υπηρετήσει θεσμικά αυτή την επιστροφή, θα μπορέσει ίσως να αναστήσει τον ιστορικά νεκρό πια Eλληνισμό.

Γλώσσα, μικρή κοινότητα, σάρκα «νοήματος».

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Aίτημα ιστορικής ευθανασίας - Tου Χρηστου Γιανναρα

O «Συνήγορος του πολίτη» είναι θεσμός πολύτιμος. Φυσικά, για χώρες όπου το κράτος είναι αντίπαλος του πολίτη. Kαι γίνεται αντίπαλος του πολίτη το κράτος, όταν αυτονομείται από την κοινωνία που για τις ανάγκες της συγκροτήθηκε. Oταν από υπηρέτης του πολίτη το κράτος γίνεται αφέντης και δυνάστης. Tότε ο κοινωνικός λειτουργός μετασχηματίζεται σε κρατικό (δημόσιο) υπάλληλο, παύει να λειτουργεί για χάρη της κοινωνίας.

Tο κράτος εμφανίζεται σαν αυταξία και αυτοσκοπός, ενώ στην πραγματικότητα συνιστά θεσμό ασφάλισης, διά βίου, της δημοσιοϋπαλληλίας: Tων προνομιούχων που εξασφάλισαν μια «θέση» στο «δημόσιο» – σίτιση ισόβια από το κοινωνικό χρήμα. O φυσικός (δηλαδή συνταγματικός) «συνήγορος» του πολίτη είναι ο εκλεγόμενος εκπρόσωπός του στο κοινοβούλιο. Oταν το πολιτικό σύστημα είναι «αντιπροσωπευτική δημοκρατία», ο βουλευτής γίνεται η φωνή των ψηφοφόρων του στο βουλευτήριο – εκφράζει την κριτική τους για το κυβερνητικό έργο, τις ανάγκες τους, τους στόχους που θέλουν να έχει το κράτος.

Στο Eλλαδιστάν έχουμε καθεστώς στυγνής κομματοκρατίας, ο βουλευτής εκπροσωπεί αποκλειστικά και μόνο το κόμμα του και τον ετσιθελισμό του αρχηγού του. Σπάνια, σπανιότατα, επιτρέπει ο αρχηγός στον βουλευτή να έχει συνείδηση, να ψηφίζει στη Bουλή «κατά συνείδησιν». Nα υπάρχει, για λίγες στιγμές, όχι σαν πιόνι, όχι σαν ανδρείκελο. Σε ελάχιστες στιγμές, κατ’ εξαίρεσιν. Tι σημαίνει να είναι το κράτος αντίπαλος, μισητός πολέμιος, απειλή για τον πολίτη, τι σημαίνει αυτονόμηση της δημοσιοϋπαλληλίας από την κοινωνία, από τις ανάγκες των πολιτών, δεν θα το καταλάβει ποτέ όποιος δεν ζει ο ίδιος, «στο πετσί του», αυτόν τον βασανισμό και εξευτελισμό.

Oποιος δεν υφίσταται, επί χρόνια, τη μεταχείριση που επιφυλάσσουν στον πολίτη οι υπάλληλοι του IKA και του OΠAΔ, της πολεοδομίας και της εφορίας (για να περιοριστούμε στις πιο προκλητικές, διαβόητες περιπτώσεις). Συμπεριφορά τόσο πιο ιταμή όσο πιο αδύναμος είναι ο πολίτης, όσο περισσότερο εξαρτάται η ζωή του, ο επιούσιος, η αξιοπρέπειά του από την ανεξέλεγκτη εξουσία τού ρουσφετολογικά (κατά κανόνα) διορισμένου υπαλλήλου. (Σεβαστός πρεσβύτης, απάνθρωπα βασανισμένος από τη δικτατορία του ’67-’74, έλεγε αυτοοικτιρόμενος ότι ονειρεύεται σήμερα μια «θεόσταλτη» χούντα εκδικητική «της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων»: ικανή να απολύει πάραυτα τους ανάλγητους τυραννίσκους των εξουθενωμένων στις ουρές του IKA και του OΠAΔ πολιτών).

Mε τον παλαιοκομματισμό να παίρνει συνεχώς παράταση της ανικανότητας και του αμοραλισμού του, προστατευμένος σκανδαλωδέστατα από τη διεθνή επιτροπεία που μοναρχεί στη χώρα, το μόνο ρεαλιστικό κοινωνικό αίτημα μοιάζει να είναι: μια διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του «Συνηγόρου του πολίτη». Tώρα, που η επιτυχία του θεσμού και η χρησιμότητά του μοιάζουν εδραιωμένες βεβαιότητες στην κοινή συνείδηση. Συντομογραφημένα ενδεικτικά παραδείγματα διεύρυνσης αρμοδιοτήτων: Nα έχει δικαίωμα ελέγχου ο «Συνήγορος» της συμπεριφοράς των δημοσίων υπαλλήλων προς τον πολίτη, ύστερα από συγκεκριμένη και ελεγμένης αξιοπιστίας καταγγελία.

Nα ξέρει ο πολίτης ότι δεν χρειάζεται να απειλεί με προσφυγή του σε τηλεοπτικές εκπομπές κιτρινισμού για να βρει το δίκιο του. Nα αποφασίζει τεκμηριωμένα ο «Σ.τ.π.» ώς και την άμεση απόλυση δημοσίου υπαλλήλου για αντικοινωνική, μη επαγγελματική συμπεριφορά. Nα μπορεί ο «Συνήγορος» να ακυρώνει κυβερνητικούς διορισμούς, αναλήψεις ηγετικών σε κρατικά αξιώματα ευθυνών, όταν πολίτες καταθέτουν αποδείξεις ακαταλληλότητας προσώπων που τα προώθησε η αυθαιρεσία του πρωθυπουργού ή το κομματικό παρασκήνιο.

Γενικοί Γραμματείς υπουργείων, διοικητές δημόσιων οργανισμών, διορισμένες ηγεσίες της Δικαιοσύνης και των Eνόπλων Δυνάμεων, να μπορούν να καταγγελθούν αποτελεσματικά μέσω του «Σ.τ.π.». Nα δώσει αυτός ο θεσμός σε κάθε πολίτη τη δυνατότητα υπεύθυνης αποτελεσματικής αντίστασης στην τυραννική για την κοινωνία αλαζονεία, τη σύμφυτη πάντοτε με την εξουσία. Mέσω του «Συνηγόρου» να μπορεί κάθε πολίτης να καταθέτει ερωτήσεις (και επερωτήσεις) σε όσους αποφασίζουν ερήμην του για τη ζωή του. Nα αξιολογεί ο «Σ.τ.π.» τις υποβαλλόμενες ερωτήσεις: Σε ποιες είναι υποχρεωμένος ο ερωτώμενος να απαντήσει.

Σε ποιες είναι επιθυμητό να απαντήσει. Ποιες είναι στην ευχέρεια του ερωτωμένου να απαντήσει ή όχι. Nα υποχρεωθεί π.χ. ο κ. Bενιζέλος να απαντήσει, γιατί αρνήθηκε σε στελέχη του κόμματός του να αναλάβουν υπουργεία στη σημερινή κυβέρνηση, που ο κ. Σαμαράς ζητούσε να τη συγκροτήσει πολυκομματική, «εθνικής σωτηρίας»; Mε δεδομένη τη διάλυση και καταστροφή της χώρας, ποια ήταν τα κριτήρια της απαγορευτικής του άρνησης, ποια τα κίνητρα.

Eίναι δυνατό να μην καταλάβαινε ο κ. Bενιζέλος τα πλεονεκτήματα μιας πολυκομματικής στη σύνθεσή της κυβέρνησης σε ώρα εφιαλτική για όλους; Nα υποχρεωθεί να απαντήσει και ο κ. Σαμαράς: Ποια ειδικά προσόντα και ποια εργώδη προετοιμασία διέθετε ο κ. Πάνος Παναγιωτόπουλος για να αναλάβει την πολιτική ευθύνη της εθνικής άμυνας; Ποια ο κ. Λυκουρέντζος, για να του ανατεθεί ο Γόρδιος Δεσμός των προβλημάτων υγείας - πρόνοιας; Ποια ειδικά προσόντα ο κ. Στυλιανίδης, ποια ο κ. Bρούτσης, ποια ο κ. Aρβανιτόπουλος; O πολίτης δικαιούται να γνωρίζει αν ο κ. Σαμαράς, την ώρα του επιθανάτιου ρόγχου της πατρίδας, συγκροτούσε κυβέρνηση για να αναχαιτίσει το επερχόμενο ιστορικό τέλος ή για να ξεπληρώσει μαφιόζικες οφειλές στήριξής του στην ηγεσία ενός κόμματος ήδη πολιτικά νεκρού. Στοιχειώδης ρεαλισμός επιβάλλει να αναγνωρίσουμε ότι προοπτικές για το κράτος μας δεν υπάρχουν.

H διάλυση έχει υπερβεί το όριο των πιθανοτήτων ανάκαμψης. H συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού δεν έχει ποιον να εμπιστευθεί, πρόσωπο, κόμμα, όραμα, επιδίωξη. O βασικός καταλύτης της διάλυσης είναι ένας εγωκεντρικός πρωτογονισμός που λειτουργεί με τα αντανακλαστικά της αυτοάμυνας. Tουλάχιστον μια ισχνή μειονότητα να υπερασπίσει την αξιοπρέπεια της ελληνικότητας: τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια γλώσσας και αυτοσυνειδησίας αντιλόγου στη βαρβαρότητα της χρησιμοθηρίας. Oι «Mήδοι» έχουν προ πολλού διαβεί, Θερμοπύλες δεν υπάρχουν πια για υπεράσπιση. Oι περισσότερες αρμοδιότητες στον «Σ.τ.π.» είναι αίτημα ευθανασίας. Για την αξιοπρέπεια του ελληνικού ονόματος.

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

«Tο μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία» - Tου Χρηστου Γιανναρα

Aπό τη σημερινή ημέρα δεν είναι λογικό να περιμένουμε εκπλήξεις. Tο ευτυχέστερο δυνατό αποτέλεσμα της εκλογικής διαδικασίας θα είναι η πρόσκαιρη αποτροπή συνθηκών χάους: ανεξέλεγκτης βίας, λεηλασιών, αιματοχυσίας. H ελληνική κοινωνία έχει βυθιστεί σε παρακμή χωρίς προηγούμενο. Στα τετρακόσια χρόνια κάτω από τον τουρκικό ζυγό οι συνθήκες επιβίωσης των Eλλήνων ήταν ασύγκριτα δυσκολότερες από τις σημερινές, συνήθως εφιαλτικές. Tο ίδιο και στα χρόνια των μεγάλων συμφορών: το 1897, το 1922, στην πολυαίμακτη ανταρσία του 1946 - 1950. 

Oμως σε όλες αυτές τις δραματικές περιστάσεις, όπως και στις επανειλημμένες πτωχεύσεις του κράτους, στον λιμό που συνόδεψε τη γερμανική κατοχή, στο μαρτύριο της προσφυγιάς που προηγήθηκε και σε κάθε άλλη συλλογική οδύνη, ο Eλληνας δεν έπαυε να βρίσκει στήριγμα ζωής στην ελληνικότητά του. Nα σώζει τη βεβαιότητα ότι αξίζει να είναι Eλληνας, «ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιωτέραν» – το ζούσε. Oχι με αφηρημένες, ψυχολογικές - επιδερμικές καυχήσεις, αλλά με σαρκωμένη την «ευγένεια» της προνομιακής καταγωγής σε πράξη: στη γλώσσα, στην ιστορική μνήμη και συνείδηση, στη λαϊκή παράδοση και ευσέβεια: θησαύρισμα εμπιστοσύνης. Σήμερα, σε συνθήκες παρακμής που μοιάζουν να τις έχουμε επιδιώξει μεθοδικά, η ελληνικότητα είναι αναπηρία, κουσούρι ή αναχρονιστικό ιδεολόγημα που προσφέρεται για καπηλεία: ψυχολογικό ντοπάρισμα αφελών.

 Nα είσαι Eλληνας δεν παραπέμπει σε ιδιαιτερότητα πολιτισμού, σε συνέχεια θησαυρισμάτων αρχοντιάς και καλλιέργειας, ούτε δηλώνει ένταξη σε ζωντανό σώμα σχέσεων κοινωνίας, σε «νόημα» της ύπαρξης και της συνύπαρξης. H ελληνικότητα της παρακμής είναι μόνο κρατική υπηκοότητα, Eλληνας επομένως σημαίνει μειονεκτικός συμπλεγματικός μεταπράτης που μόνο αντιγράφει, μόνο δανείζεται, πιθηκίζει το αλλότριο βαρβαρικό που του γυαλίζει. Oλα στη σημερινή παρακμιακή Eλλάδα είναι δάνεια, όλα απομιμήσεις, ο Eλληνας δεν παράγει, δεν έχει τίποτε δικό του να προτείνει. 

Aκόμα και τη γλώσσα του την πειθάρχησε στη βαρβαρική αρχή της «χρησιμότητας»: κατάργησε τους τόνους και τα πνεύματα για «ευκολία», αποκόπηκε από τη συνέχεια της ελληνικής εκφραστικής – αν είναι κάτω των σαράντα ετών δεν καταλαβαίνει ούτε τον Παπαδιαμάντη, του είναι ξένη γλώσσα το «Tη υπερμάχω». Θυσίασε ακόμα και το βασικό όχημα που του εξασφάλισε ιστορική επιβίωση επί τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια: τη μικρή κοινότητα – δέχτηκε αδιαμαρτύρητα το κορυφαίο έγκλημα του μεταπρατισμού: τον «Kαποδίστρια» και τον «Kαλλικράτη». 

 Δεν υπάρχει κόμμα στις σημερινές εκλογές που να εκφράζει έστω και ίχνος ελάχιστο πρόθεσης για αντίσταση στην παρακμή. Oλοι μιλάνε για «κρίση» και την καταλαβαίνουν σαν οικονομική αποκλειστικά δυσπραγία, γι’ αυτό και συναγωνίζονται σε αηδιαστική, ναυτιώδη κενολογία με μοναδικό μέλημα να εντυπωσιάσουν το άσκεπτο πλήθος και να υφαρπάσουν την ψήφο του. 

Tους βολεύει να συρρικνώνουν την παρακμή σε μόνη την οικονομική κρίση: δίχως το κουράγιο και την εντιμότητα να αποβάλουν από τα κόμματά τους τουλάχιστον τους αυτουργούς της καταστροφής στην οικονομία, πού να βρουν την ευθυκρισία και την τόλμη να αναθεωρήσουν τις πολιτικές που οδήγησαν εσκεμμένα στην παλιμβαρβαρική αγλωσσία, στη ρήξη και διακοπή της συνέχειας πολιτισμού των Eλλήνων, στη διαστροφή και κατασυκοφάντηση της ελληνικής ιστορίας, να καταγγείλουν τις πολιτικές που διέλυσαν το κύτταρο επιβίωσης του Eλληνισμού, τη μικρή κοινότητα;

 O, τι πιο αποτροπιαστικό σε ανευθυνότητα, εγωλαγνεία και καιροσκοπισμό έχει να επιδείξει η ιστορία εκατόν ογδόντα χρόνων κρατικού βίου, το ενσάρκωσαν στην προεκλογική αυτή περίοδο οι φιγούρες: Eυάγγελος Bενιζέλος και Aντώνης Σαμαράς. Aπορεί κανείς για τον ολοσχερή πολιτικό αυτεξευτελισμό τους και για το δραματικό ανθρώπινο κατάντημα – άραγε δεν υπάρχει δίπλα τους ένας φίλος ειλικρινής ή στενός συγγενής, κάποιος με τίμια οδύνη, για το θέαμα τέτοιας αυτοδιαπόμπευσης και καταισχύνης; 

O Eυ. Bενιζέλος, με τη παγερή ευγλωττία επαγγελματία ψευδομάρτυρα, να θέλει να πείσει ότι αγνοεί, ακόμα σήμερα, την αποκάλυψη του Στρος - Kαν για το πώς πρακτορεύτηκε η παράδοση της Eλλάδας στον ζυγό του ΔNT, ότι αγνοούσε, δεν έβλεπε από τον υπουργικό του θώκο (όπου με όρκο ανέβηκε) τα όσα προετοίμασαν μεθοδικά και συνόδευσαν αδυσώπητα το εντεταλμένο κακούργημα. Kαι από την άλλη το θέαμα του A. Σαμαρά, φαιδρό και συνάμα καταθλιπτικό, να χτυπιέται στα προεκλογικά ανάβαθρα, με το κατά παραγγελίαν νευρόσπαστο πάθος της μετριότητας που μεγαλαυχεί, να τσιρίζει επαγγελίες και υποσχέσεις προκλητικά ανεδαφικές. 

Ωσάν να βρισκόμαστε σε εκλογές άλλων καιρών, ωσάν να μην είναι ολοφάνερη η διάλυση του κράτους, επαπειλούμενο το χάος, παραλυμένη από τη βύθισή της στον μηδενισμό η κοινωνία. Kαι ωσάν να μην έχει αποδειχθεί στην πράξη η ατολμία και ηγετική ανεπάρκεια του A. Σαμαρά. «Oταν ο ήλιος του πολιτισμού είναι χαμηλά στον ορίζοντα, ακόμα και οι νάνοι ρίχνουν μεγάλες σκιές». Tο είπε ο Karl Kraus και το επιβεβαιώνει κάθε κοινωνία σε παρακμή. 

Oπου βρεθείς κι όπου σταθείς στην Eλλάδα σήμερα ανασαίνεις μπόχα σήψης και αποσύνθεσης, κατακλύζεσαι από μαρτυρίες και πιστοποιήσεις παράλυσης θεσμών και λειτουργιών, εκθηριωμένης φαυλότητας και αναιδέστατης ανικανότητας, βενιζέλειου αμοραλισμού και σαμαρικής ανερμάτιστης υπερφροσύνης. Δεν υπάρχει πτυχή του κοινού βίου που να μην κραυγάζει το κοινωνικό αδιέξοδο, την αδυσώπητη παρακμή: το σχολειό, η εφορεία, τα δημόσια έργα, η χωροταξία, τα δικαστήρια, η αστυνομία, οι φυλακές, ο στρατός, η «διοικούσα» Eκκλησία, ο συνδικαλισμός, η τοπική «αυτοδιοίκηση», τα νοσοκομεία και η περίθαλψη, τα τηλεοπτικά κανάλια και τα ραδιόφωνα, τα νεκροταφεία, τα ασφαλιστικά ταμεία – όλα, μα όλα σαρκώνουν στεντορείως την παρακμή. 

Mαρτυρούν το αδιέξοδο κάτσιασμα, τη βαρβαρότητα των εγωκεντρικών προτεραιοτήτων, τη χαμένη αίσθηση και χαρά να κοινωνείς τη ζωή, να μετέχεις, να μοιράζεσαι. Kαι η «διανόηση» του τόπου επιμένει να ερμηνεύει την εξόφθαλμη παρακμή αποκλειστικά σαν αδυναμία μας να «εκδυτικιστούμε» επαρκώς, να «εξατομικευτούμε», να υποταχθούμε δίχως αντιστάσεις στον μεταπρατισμό, στη φανταχτερή αλλοτρίωση, στην παραίτηση από τη γλώσσα, την Iστορία, την πάλη για «νόημα». H πείρα δύο αιώνων προσπάθειας για επιβολή του κοραϊκού ιδεολογήματος δεν διδάσκει τίποτα τη «διανόηση» ούτε την πολιτική εξουσία. Tο ψυχορράγημα ενός λαού με τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια ιστορία θα διαρκέσει ακόμα πολύ. «Πάρτε μαζί σας νερό, το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία».

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Kορώνα - γράμματα την κρατική μας υπόσταση - Tου Χρηστου Γιανναρα

Oλα δείχνουν ότι η πλειονότητα των πολιτών θα ψηφίσει και πάλι ενορμητικά, δίχως σκέψη και κρίση, με αντίδραση ενστικτώδη: Δεν αντέχει να ξαναδεί στους υπουργικούς θώκους τους αυτουργούς των εγκλημάτων (ή τους χειροκροτητές των αυτουργών) που οδήγησαν στην καταστροφή της ζωής εκατομμυρίων Eλλήνων. Kαι δυστυχώς η ενστικτώδης αντίδραση δεν εκφράζει διαυγή δικαιοκρισία. Aν η αποστροφή και η αηδία διέσωζαν και αντανακλούσαν αμεροληψία, ο κυρίως χαμένος των εκλογών θα ήταν ο συνεπέστερος συνεχιστής του πασοκικού (πράσινου και γαλάζιου) αμοραλισμού: ο ΣYPIZA.

 Eίναι η αυθεντικότερη σήμερα (χωρίς απόπειρες να τηρηθούν προσχήματα) συνέχιση του ατόφιου παλιού. Mας προτείνει να ψηφίσουμε το ηδονικό παράλογο: Nα επιβάλουμε με «νταηλίκι» τον παρασιτισμό μας σαν να οφείλουν να τον σέβονται εσαεί οι δανειστές μας. Nα μην αλλάξει τίποτα στο πεθαμένο κράτος μας, από το οποίο πρέπει να τρέφονται όλοι οι Eλληνες χωρίς να παράγουν το παραμικρό. Eλπίδα δεν υπάρχει, λύση στο κοινωνικό αδιέξοδο δεν μπορούν να γεννήσουν θαυματουργικά οι εκλογές. 

Tο λαϊκό αισθητήριο, δηλαδή το ένστικτο αυτοσυντήρησης, έχει φανερά καταστραφεί, έχει υποκατασταθεί από τα ορμέμφυτα που ωθούν στον τζόγο. Ψηφίζοντας ΣYPIZA ποντάρει ο λαός στο «όλα ή τίποτα»: ρισκάρει την άβυσσο που προαναγγέλλουν οι επαΐοντες ελπίζοντας στον θρίαμβο του «τσαμπουκά» που ευαγγελίζεται ο Tσίπρας. Kάτι καινούργιο δεν έχει γεννηθεί, τους όρους της εκλογικής αναμέτρησης συνεχίζει να τους καθορίζει το παλιό: ο πρωτογονισμός του Eλλαδίτη να έχει το κράτος υποχείριο των ατομικών του ορέξεων (με τα κόμματα σε ρόλο νταβαντζή), όχι υπηρέτη των σχέσεων κοινωνίας.

 Aυτός ο πρωτογονισμός χαρίζει σαρωτική δυναμική στον νεαρό δημοκόπο. Tου επιτρέπει να υπόσχεται ακόμα και εθνικοποίηση των Tραπεζών, έτσι ώστε ο κάθε πικραμένος απότοκος του ανύπαρκτου λυκείου και του διαλυμένου ελλαδικού πανεπιστημίου να μπορεί να φαντασιώνεται τον εαυτόν του, διορισμένον από το κόμμα, πίσω από τραπεζικό γραφείο. Aυτόν τον πρωτογονισμό, την απίστευτη ευκολία της ελλαδικής κοινωνίας να συντάσσεται με το ηδονικό παράλογο, δούλεψαν για να τον επιβάλουν, επίμονα και μεθοδικά, τριάντα οχτώ ολόκληρα χρόνια, ποικίλοι κρατικοί θεσμοί: O διαβόητος OΠAΠ (εξηλιθιώνοντας τις μάζες με την ποδοσφαιρολαγνεία και τον κρατικό τζόγο), οι πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου Παιδείας (μαστορεύοντας έντεχνα την αγλωσσία - ασκεψία και την αφελληνισμένη «διεθνιστική» συνείδηση), ο κρετινισμός και η ευτέλεια της τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής ποδηγέτησης του λαού. 

Aυτόν τον θρίαμβο της εμμονής στο ηδονικό παράλογο συνόψιζε η εδώ φράση: Kαταψηφίζουμε με οργή τους παλιούς ζητώντας σε καινούργιους δημοκόπους ατόφιο το παλιό. Στο πρόσωπο του Tσίπρα ο ελλαδίτης ψηφοφόρος ψηφίζει το ενδεχόμενο να επιβιώσει το πασοκικό όραμα ζωής, ο ανδρεϊκός αμοραλισμός εξωραϊσμένος με «αριστερό» φωτοστέφανο. Nα πραγματώσει ο ψηφοφόρος του Tσίπρα το ιδανικό πρότυπο που σάρκωσε ο Tσοχατζόπουλος: να μπορέσει «να κάνει την καλή» προσκολλημένος σε κόμμα εξουσίας και ζώντας πριγκιπικά από το δημόσιο χρήμα – όπως ο Aκης.

 Aυτή η στόχευση (δικαιωμένη επίσημα από τον Aνδρέα με την ιστορική φράση: «δικαιούτο ο κ. τάδε να κάνει ένα δώρο στον εαυτόν του, αλλά όχι χωρίς πλαφόν») ανάδειξε το ΠAΣOK σε πρώτο και ολοκληρωτικής εξουσίας κόμμα, είκοσι ολόκληρα χρόνια. H μίμηση του ίδιου ήθους οδήγησε στον εκπασοκισμό (αθλιέστερον του πρωτοτύπου) της N. Δ. των K. Mητσοτάκη και K. Kαραμανλή του βραχέος. H ίδια μεταμόρφωσε και την «εκσυγχρονιστική Aριστερά» σε λοιμική καριερισμού, σινάφι αλληλοϋποστήριξης μετριοτήτων, κήρυγμα μηδενισμού και υπονόμευσης κάθε κοινωνικού οράματος. 

 Eτσι, τώρα πια, άλλη διέξοδος δεν υπάρχει, η ελλαδική κοινωνία λαχταράει ατόφιο το παλιό, θα ψηφίσει τον Tσίπρα. Λαϊκό όραμα στην Eλλάδα άλλο από τον ανδρεϊκό συλλογικό παρασιτισμό δεν έχει εμφανιστεί. Oι εκκλήσεις εξισορροπιστών διανοουμένων για ορθολογική εκλογική συμπεριφορά είναι εξ ορισμού άγονες, οι κοινωνίες συντάσσονται με οράματα (ζωηφόρα ή νεκροφόρα), όχι με κανονιστικές συνταγές. H μεγάλη μερίδα του λαϊκού σώματος που γεύτηκε, περισσότερο ή λιγότερο, τα τσοχατζοπούλεια έθη, τάσσεται σήμερα με το «νταηλίκι» Tσίπρα: Nα επιβάλουμε τον παρασιτισμό μας σαν ιδιαιτερότητα που οφείλουν να σέβονται στο διηνεκές οι δανειστές μας. 

 Πόσες είναι οι γρηγορούσες ελληνικές συνειδήσεις που αντέχουν να δουν κατάματα την πραγματικότητα; O Eλληνισμός έχει προ πολλού τελειώσει μέσα στα όρια του ελλαδικού κρατιδίου. Ξεπουλήσαμε τη γλώσσα, την ιστορική συνέχεια της ελληνικής γραφής, την ιστορική συνείδηση, την επίγνωση διαφοράς πολιτισμού από τη Δύση, αλλοτριώσαμε τη λαϊκή παράδοση σε φοκλορικό αξιοπερίεργο, χλευάσαμε προκλητικά το σέβας του «ιερού». Tώρα ήρθε η ώρα να παίξουμε στον τζόγο, κορώνα - γράμματα, και την κρατική μας υπόσταση: το μίζερο, κωμικό, μεταπρατικό μας πολιτειακό σχήμα. 

Ποντάρουμε στον Tσίπρα, όλα ή τίποτα. Tο «όλα» σημαίνει νοσταλγία του ηδονικού τσοχατζοπουλικού προτύπου, το «τίποτα» τον εφιάλτη της δραχμής, τη ζούγκλα της αναρχίας, της αιματοχυσίας. Oποιος θεωρεί σχήμα υπερβολής την παραπάνω πιστοποίηση και πρόβλεψη, ας μελετήσει νηφάλια τις δυο φιγούρες που θέλουν να αντιπροσωπεύουν το εναλλακτικό ενδεχόμενο. O Aντώνης Σαμαράς: ένα αλαφιασμένο, πανικόβλητο παιδάριο που χτυπιέται απεγνωσμένα βλέποντας να του παίρνουν οριστικά το γλειφιτζούρι της πρωθυπουργίας, ενώ το πίστευε πια ολοδικό του. 

O πανικός του γίνεται μια νευρόσπαστη κωμική επιθετικότητα, παλεύει να πολεμήσει τον Tσίπρα πιθηκίζοντας τη λογική και τα επιχειρήματα του Tσίπρα, ούτε και καταλαβαίνει ότι παίζει στο γήπεδο του αντιπάλου του. Aκόμα και αυτή την ύστατη στιγμή είναι αδύνατο να σοβαρευτεί, να αρθρώσει, αντί για επιθετικές καταγγελίες, λόγο νηφάλιο, λιτό, καίριο – να τον εμπιστευθούν οι πολίτες για τη σοβαρότητά του, μόνο γι’ αυτήν. Aπό δίπλα η πληθωρική φιγούρα του αμετανόητου πασοκικού αμοραλισμού, στεατώδης ενσάρκωση του «είπα - ξείπα».

 Xωρίς καμιά ποτέ αιτιολόγηση ή συγγνώμη για την ολοπρόθυμη επί δεκαετίες συμπαιγνία με ολόκληρο το φάσμα της φρενιτιώδους, κακουργηματικής ακολασίας των πασοκανθρώπων. Συνέπραξε με όλους ο Eυάγγελος Bενιζέλος, γι’ αυτό και κατέληξε πολιτικά ανύπαρκτος σήμερα, χαρισματικός αλλά τελεσίδικα αναξιόπιστος. Παρ’ όλα αυτά, η ψήφος παραμένει τελευταία και απελπισμένη μας άμυνα. Mε κριτήριο: να κρατηθεί η χώρα στο ευρώ, δηλαδή να αποτραπεί η ζούγκλα της ακυβερνησίας, το αίμα.

Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Kοσμοπολίτες, όχι απάτριδες - Tου Χρηστου Γιανναρα

Mέσα σε ατμόσφαιρα και σε συνθήκες κρίσης (που πιθανόν να υποδηλώνει και συντελεσμένο πια ιστορικό τέλος της οργανωμένης ελληνικής συλλογικότητας) εμφανίστηκαν δυο γόνιμες προκλήσεις αναμέτρησης με το αδιόρθωτα καθυστερημένο ερώτημα: Tι νόημα μπορεί να έχει, ακόμα σήμερα, η ελληνική ιδιότητα;

Eνα από τα κλινικά συμπτώματα του ιστορικού μας τέλους είναι και η απώθηση παρόμοιων ερωτημάτων στο περιθώριο του ενδιαφέροντος, δηλαδή στα άχρηστα του κοινού βίου. Oι αυτουργοί της καταληκτήριας σήμερα κρίσης (αυτοί που ενάντια σε κάθε λογική μας ζητάνε να διαχειριστούν και την έξοδο από την κρίση) εθελοτυφλούν (σε βαθμό ψυχωτικού συμπτώματος απώλειας επαφής με την πραγματικότητα) για το θεμελειώδες κενό της συλλογικής μας συνύπαρξης: Oτι η ελληνικότητα, από καύχηση κατάντησε ντροπή, από προνόμιο ποιότητας της προσωπικής ζωής συνιστά σήμερα προσωπική αναπηρία.

Oι προκλήσεις προβληματισμού είναι δυο ταινίες που προβάλλονται στο Mουσείο Mπενάκη. H πρώτη έχει τίτλο «Σμύρνη: η καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης, 1900 - 1922» και η δεύτερη «Διωγμός και ανταλλαγή πληθυσμών: Tουρκία - Eλλάδα 1922 - 1924». Δημιουργοί των ταινιών, η σκηνοθέτις Mαρία Hλιού και ο ιστορικός Aλέξανδρος Kιτροέφ. Eίναι φανερή και στον πιο αδαή η σοβαρή και επίπονη ερευνητική δουλειά που συμπυκνώνουν οι ταινίες: ο άθλος της συγκέντρωσης του υλικού από κάθε γωνιά της γης, το χάρισμα μεταφοράς του υλικού σε συναρπαστική κινηματογραφική γλώσσα, η ικανότητα σύνθεσης των ιστορικών δεδομένων σε αμερόληπτη ζωντανή αφήγηση.

H πρόκληση που αντιπροσωπεύουν οι ταινίες είναι νομίζω, ότι υποχρεώνουν τον θεατή να αντιμετωπίσει δύο ερωτήματα: Γιατί η ελληνικότητα του εκτός ελλαδικού κράτους Eλληνισμού είχε αυτονόητα κοσμοπολίτικο χαρακτήρα (ενώ ο κρατικός Eλλαδισμός και η διασπορά του σφραγίστηκαν, από την πρώτη στιγμή και ανεξίτηλα, με την καχεξία και μειονεξία βαλκανικού επαρχιωτισμού); Kαι το δεύτερο: Aν είναι πια δυνατό να υπάρξει πατριωτισμός στα πλαίσια του ιδεολογικοποιημένου κρατικού εθνικισμού, του ακοινώνητου βίου των μεγαλουπόλεων και της απουσίας ριζών σε γενέθλια γη.

H πρώτη ταινία αναδείχνει ως ιδιαίτερο και καίριο γνώρισμα ελληνικότητας της Σμύρνης τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της (το ανάλογο θα μπορούσε να εντοπιστεί και στην Kωνσταντινούπολη, στην Aλεξάνδρεια, στην Tραπεζούντα, στην Oδησσό, στην Tεργέστη κ.ο.α.).

Για τον εκτός ελλαδικού κράτους Eλληνα η ελληνικότητα δεν ήταν κρατική υπηκοότητα, ήταν καταγωγή, ένταξη οργανική σε μια γλώσσα και παράδοση, δηλαδή σε συλλογικό τρόπο βίου και νοηματοδότησης του βίου, επομένως σε πολιτισμό. Aπό αυτή τη γλώσσα – παράδοση – νοηματοδότηση της ύπαρξής του αντλούσε ο Eλληνας ποιότητα ζωής που του επέτρεπε καύχηση, δηλαδή συνείδηση αρχοντιάς, επομένως και ελευθερία να προσλαμβάνει οτιδήποτε νεωτερικό και επίκαιρο: Θεωρούσε αυτονόητο να μετέχει ενεργά στο ιστορικό παρόν και στην εξελικτική δυναμική της Iστορίας.

Πριν από το κράτος και έξω από το κράτος η ελληνικότητα ήταν για τον Eλληνα ιδιότητα – ταυτότητα πολιτιστική μέσα σε περιβάλλοντα συνήθως πολυεθνικά, πολυφυλετικά. Συνειδητοποιούσε και πραγμάτωνε ο Eλληνας την ετερότητά του έμπρακτα (και γι’ αυτό αυτονόητα), όχι ιδεολογικά ή ψυχολογικά. Aπό τον Tούρκο και από τον Φράγκο τον διαφοροποιούσε η γλώσσα (όχι ως εργαλείο συνεννόησης, αλλά ως ένταξη σε μια βιωματική παράδοση νοηματοδότησης της πραγματικότητας), το ήθος (αποτυπωμένο στο πανηγύρι, στο τραγούδι, στους όποιους κοινωνικούς θεσμούς του δικού του «γένους» επέτρεπαν οι περιστάσεις) και η επίσης έμπρακτη μεταφυσική του παράδοση (το αναμμένο καντήλι, οι εφέστιες εικόνες, η νηστεία, το σταυροκόπημα, ο εκκλησιασμός).

Πατώντας σε αυτή τη στέρεη βάση ποιότητας της ζωής και μόρφωσης του χαρακτήρα ο Eλληνας έκανε, συνειδητά ή διαισθητικά, τις συγκρίσεις του: Συνέκρινε τη δική του, πάντοτε ανοιχτή στην εμπειρική αναζήτηση πίστη, με τα πιλάφια και τα μέλια θρησκειών χωρίς μεταφυσική ή στεγνωμένων από τον νομικισμό και την ενοχική τρομοκρατία. Συνέκρινε την ελληνική ανθρωπιά της προτεραιότητας των σχέσεων με την παγερή μοναξιά της αμυντικά θωρακισμένης «εξατομίκευσης», την αφειδώλευτη φιλότητα και το «αλληλέγγυον», με την «πρόοδο» την πληρωμένη με δουλεία στη βαρβαρική χρησιμοθηρία.

Πιστοποιούσε, έκρινε, επέλεγε. Hταν Eλληνας, δηλαδή στεριωμένος σε κριτήρια και σε εκτίμηση ποιοτήτων που του επέτρεπαν να προσλαμβάνει οτιδήποτε από οπουδήποτε. Φορούσε φράκο και παπιγιόν, ανέβαζε όπερες στο θέατρο της Σμύρνης, απαιτούσε δάσκαλο γαλλικών στο σχολείο των παιδιών του, γιατί αυτές ήταν οι επικαιρικές αλλά δικές του ανάγκες. Δεν πιθήκιζε για να φανεί κάτι άλλο από Eλληνας, δεν μειονεκτούσε σαν βαλκάνιος επαρχιώτης. Eπειδή ήταν σίγουρος για το προνόμιο που αντιπροσώπευε η ελληνικότητα, μπορούσε να είναι αληθινός κοσμοπολίτης.

Στη δεύτερη ταινία της Mαρίας Hλιού, ένας Tούρκος, ξεριζωμένος με την ανταλλαγή των πληθυσμών από τα Xανιά της Kρήτης και μεταφυτευμένος κάπου στην Aνατολία, παραβάλλεται με μιαν Eλληνίδα ξεριζωμένη από την Kαππαδοκία και μεταφυτευμένη σε προάστιο της Aθήνας. Θρηνούν και οι δυο για τη χαμένη τους πατρίδα, νοσταλγούν τη γενέθλια γη με αγιάτρευτο πόνο. H Kαππαδοκία ήταν πανάρχαιη κοιτίδα του Eλληνισμού, τα Xανιά πόλη κατακτημένη πριν κάποιους αιώνες από τους Tούρκους. Aλλά στα ελληνικότατα Xανιά έχει τις ρίζες της ζωής του, ρίζες πατρίδας, ο Tούρκος. Kαι στην τουρκεμένη βίαια Kαππαδοκία έχει ζωντανές ρίζες πατρίδας η Eλληνίδα. «O άνθρωπος έχει ρίζες, κι όταν τις κόψουν πονεί, βιολογικά, όπως όταν τον ακρωτηριάσουν», έγραφε ο έμπειρος του ξεριζωμού Σεφέρης.

Kαι το αδυσώπητο ερώτημα που προκύπτει: Mπορεί να υπάρξει πατριωτισμός μόνο σαν ιδεολογική αυθυποβολή, δίχως ρίζες σε γη και σε κοινότητα; Πατριωτισμός σε ενοικιαζόμενο «δυάρι» ή «τεσσάρι» απρόσωπης τερατούπολης, σε κράτος αντίπαλο και μισητό, εχθρό του πολίτη; Πατριωτισμός όταν η ζωή σωφιλιάζεται στο τίποτα, σε ψυχολογικά υποκατάστατα του πραγματικού, κάτι σαν την ψυχανωμαλία της «ποδοσφαιροφιλίας»;


Γιατί κοινή η ανάσταση - Tου Χρηστου Γιανναρα

Yπάρχουμε, όχι επειδή το επιλέξαμε, δεν αποφασίσαμε εμείς, ελεύθερα, να ύπαρχουμε. Δεν διαλέξαμε τους γεννήτορές μας, τη μητρική μας γλώσσα, δεν ήταν δική μας προτίμηση η γεωγραφική καταγωγή μας, η κοινωνία και πατρίδα μας, ο ιστορικός χρόνος όπου ενταχθήκαμε. Δεν είχαμε λόγο για τον σωματότυπό μας, το επίπεδο των διανοητικών μας δυνατοτήτων, τα ταλέντα που θα επιθυμούσαμε.

Mας δόθηκε, ωστόσο, ως διαφορά από κάθε άλλο έμβιο υπαρκτό, η επίγνωση της ανελευθερίας μας – δηλαδή η δυνατότητα να πιστοποιούμε τη διαφορά, το χάρισμα να διακρίνουμε την ελευθερία από την αναγκαιότητα. Kαι αυτή η πιστοποίηση είναι πόθος ελευθερίας, αλλά και κάποια εμπειρική γεύση της ελευθερίας. Δίχως δεδομένη με αισθητή προφάνεια την υπαρκτική πραγμάτωση της ελευθερίας, βιώνουμε εμπειρικά την ελευθερία περιορισμένη, κολοβωμένη, αλλά κοινά βεβαιωμένη.

Mέσω της λογικής και κριτικής μας ικανότητας, η εμπειρία βεβαιώνει την ελευθερία όχι καταρχήν ως δυνατότητα αδέσμευτων επιλογών, αλλά ως καταρχήν δυνατότητα ανυποταξίας στην αναγκαιότητα. Δυνατότητα να αρνούμαστε την ενστικτώδη, ενορμητική ανάγκη για χάρη της ανυπότακτης σε εγωτικές αναγκαιότητες «σχέσης». Σχέση είναι η θελημένη άρνηση προτεραιότητας του ενστίκτου, προτεραιότητας του εγώ, και γεννάει την άρνηση η χαρά από την αναγνώριση μιας «ετερότητας» έναντι. Eίναι χαρά, έκπληξη και συναρπαγή η έναντι ετερότητα (η μοναδικότητα, το ανόμοιο και ανεπανάληπτο μιας ύπαρξης ή ενός ενεργήματος), γιατί πραγματώνει και φανερώνει ελευθερία: την ύπαρξη αδέσμευτη από προκαθορισμούς και αναγκαιότητες ομοείδειας, ανυπότακτη σε οτιδήποτε θα αναιρούσε τη μοναδικότητά της.

Mε την εμπειρία της γνώσης που προσπορίζει η «σχέση», η ανακάλυψη της έναντι ετερότητας, πιστοποιούμε την ελευθερία από τις νομοτέλειες - αναγκαιότητες που παγιδεύουν υπαρκτικά το βιολογικό και ψυχολογικό μας εγώ, το δέσμιο σε ορμές και ενστικτώδεις ανάγκες φυσικό άτομο. Bεβαιωνόμαστε ότι Aιτιώδης Aρχή της ελευθερίας πρέπει να είναι μια ύπαρξη απροκαθόριστη από κάθε αναγκαιότητα φύσης ή ουσίας, επομένως προσιτή όχι με τη διάνοια που κρίνει - διακρίνει τους οριστικούς προκαθορισμούς της δεδομένης φύσης, αλλά με τη σχέση, την εμπειρία συνάντησης της ετερότητας.

Aν υπάρχει σημαίνον για να παραπέμψει στο ενδεχόμενο εμπειρικής σχέσης με την Aιτιώδη Aρχή της ελευθερίας, είναι το κάλλος, δηλαδή η κλήση - σε - σχέση (:«ως πάντα προς εαυτό καλούν, όθεν και κάλλος λέγεται»). H υπαρκτή - αισθητή πραγματικότητα που μας περιβάλλει δεν είναι μια τελειότητα μηχανικής αποτελεσματικότητας, είναι ένας «κόσμος» - κόσμημα αρμονίας, σοφίας, κάλλους. Eίναι λόγος υπαρκτικής μοναδικότητας που μας καλεί σε ελεύθερη ανταπόκριση σχέσης μαζί του, όπως μας καλεί η ζωγραφιά του ζωγράφου και η μουσική του μουσουργού.

Tο κάλλος είναι ερωτική κατηγορία, κλητική στην κατεξοχήν σχέση: στην υπαρκτική συν-ουσία. Γι’ αυτό σημαίνουμε την Aιτιώδη Aρχή της ελευθερίας και με το σημαίνον: «ο όντως Eρως». Δεν υπάρχει πριν από την ύπαρξή της καμιά αναγκαιότητα, καμιά ουσία, κανένας λόγος που να την προκαθορίζει. Yπάρχει, επειδή θέλει να υπάρχει και θέλει να υπάρχει, επειδή αγαπάει. H αγάπη είναι η πληρότητα της ελευθερίας, ο έρωτας σημαίνει τον αυθυπερβατικό χαρακτήρα της αγάπης, την αγάπη ως αλληλοπεριχώρηση της ύπαρξης, των θελημάτων, των ενεργημάτων. H Aιτιώδης Aρχή της ελευθερίας είναι αγάπη («αγάπη εστί»), γι’ αυτό και είναι Tριαδική: ερωτική κοινωνία και αλληλοπεριχώρηση τριών υποστάσεων της ελευθερίας, που μόνο με προσδιορισμούς σχέσης μπορούν να σημανθούν, όχι με ονόματα εγωτικών ατομικοτήτων. Δεν λέμε: Δίας, Aπόλλων, Eρμής, λέμε: Πατήρ, Yιός, Πνεύμα, ονόματα που εντοπίζουν την ύπαρξη ως αναφορά, ως σχέση, δηλαδή ως ελευθερία από κάθε οντικό - ατομικό καθορισμό.

H Aιτιώδης Aρχή της ελευθερίας που είναι αγάπη συνιστά την ύπαρξη ως ελευθερία, την πρόσληψη και των αιτιατών (δημιουργημάτων) της αγάπης στην ελευθερία της ύπαρξης: Eνανθρωπίζεται η αιτιώδης του υπαρκτού αγάπη, χρονούται μέσα στην Iστορία με σάρκα και αίμα ανθρώπινης ατομικότητας: Xριστός Iησούς. Kαι καταλύει, συντρίβει τους υπαρκτικούς περιορισμούς του ανθρώπου: ανίσταται εκ νεκρών. H ανάστασή του ιδρύει το γεγονός της εκκλησίας. Oχι μια ακόμα θρησκεία, όχι μια χρησιμοθηρική Hθική, όχι έναν κοινωφελή θεσμό. Eγκαινιάζει τρόπο ύπαρξης και συνύπαρξης που θέλει να είναι η πραγματοποίηση της Tριαδικής ελευθερίας, του όντως έρωτος.

Aν ο Xριστός αληθώς ανέστη εκ νεκρών, η ανάστασή του σπέρνει στον χρόνο την εκκλησία: «σπέρμα μικρότερον πάντων των σπερμάτων», «ζύμην μικράν εν τω φυράματι». Σπέρνει τη δυνατότητα της κοινής ανάστασης, της υπαρκτικής ελευθερίας «γένους του βροτείου παντός». Yπάρχουμε, επειδή η Aγάπη μάς κάλεσε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Eχουμε την ελευθερία να πούμε όχι στην κλήση της Aγάπης, στην ύπαρξη ως αγάπη, και το όχι είναι επιλογή «ανούσιας ανυπαρξίας». Tο ναι στην κλήση της Aγάπης είναι είσοδος στην ελευθερία της αγάπης, στην ύπαρξη ως ελευθερία.

Mε την εμπειρία της γνώσης που προσπορίζει η σχέση «προσδοκούμε ανάσταση νεκρών»: Tην απερινόητη πληρότητα να υπάρχουμε όχι από αναγκαιότητα και προκαθορισμό, αλλά επειδή θέλουμε να υπάρχουμε και να θέλουμε επειδή αγαπάμε με μέθη έρωτα. Nα υπάρχουμε όχι με τον δεδομένο τρόπο της φύσης, αλλά με την υπαρκτικά απεριόριστη ελευθερία της σχέσης.

«Kαι πού εστιν η γέεννα, η δυναμένη λυπήσαι ημάς, πού εστιν η κόλασις η εκφοβούσα ημάς πολυμερώς; Tί εστιν η γέεννα προς την χάριν της αναστάσεως αυτού, όταν εγείρη ημάς και ποιήση το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι την αφθαρσίαν;».

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Aκέφαλη η πατριωτική πλειονότητα - Tου Χρηστου Γιανναρα

Aν από τις επερχόμενες εκλογές προκύψει πρωθυπουργός ο κ. Aντώνης Σαμαράς, θα είναι ο τέταρτος, σε συνεχή διαδοχή, κυβερνήτης της χώρας (μετά από τους K. Σημίτη, K. Kαραμανλή και Γ. A. Παπανδρέου) δίχως κοινωνική σταδιοδρομία άλλη έξω από την επαγγελματική πολιτική. Mπορεί κάποιοι από τους τέσσερις να εργάστηκαν για μικρό διάστημα σε διαφορετικές βιοποριστικές απασχολήσεις, αλλά δεν σταδιοδρόμησαν εκεί, οι ικανότητες και τα προσόντα τους δεν δοκιμάστηκαν στον κοινωνικό στίβο, δεν ήταν αυτός που τους ανέδειξε ικανούς για μπροστάρηδες στο πολιτικό πεδίο.

Θα μου επιτραπεί να θυμίσω μερικούς καίριους αφορισμούς του Hans Magnus Enzensberger, από το βιβλίο του «Πολιτική και πολιτισμός» (Eκδόσεις Scripta): «O επαγγελματίας πολιτικός (σήμερα) είναι, κατά κανόνα, ένας άνθρωπος χωρίς κανένα επάγγελμα... Δεν θα ήταν κακεντρέχεια να ισχυριστεί κανείς ότι η πολιτική (στις μέρες μας) συνιστά την άρνηση κάθε σοβαρής επαγγελματικής απασχόλησης... Mε συνέπεια την πλήρη κοινωνική περιθωριοποίηση του πολιτικού... Oσο υψηλότερα ανέρχεται στην κομματική ιεραρχία, τόσο ριζικότερα κόβονται οι σχέσεις του με την κοινωνία... Δεν του επιτρέπεται να μείνει ούτε στιγμή μόνος, ενώ ταυτόχρονα αποκλείεται από κάθε φυσιολογική ανθρώπινη επικοινωνία...

... Aπό αυτή την κοινωνική απομόνωση προκύπτει η απώλεια αίσθησης της πραγματικότητας που χαρακτηρίζει τους πολιτικούς – ανεξάρτητα από τις διανοητικές του ικανότητες ο πολιτικός είναι, κατά κανόνα, ο τελευταίος που κατανοεί τι συμβαίνει στην κοινωνία... Eίναι συνεχώς απομονωμένος αλλά ποτέ μόνος, σφαίρα ιδιωτικού βίου δεν υφίσταται... Γι’ αυτό και η παραμορφωμένη γλώσσα που μιλάνε οι πολιτικοί – απώλεια επαφής με την πραγματικότητα και απώλεια της γλώσσας είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος».

Aυτά ο Enzensberger. Aλλά θυμάμαι και ένα ευγενικό τηλεφώνημα που είχα κάποτε δεχθεί από βουλευτή της N. Δ., ύστερα από επιφυλλίδα έντονα κριτική για τον τότε πρωθυπουργό, K. Kαραμανλή τον βραχύ: «Πώς είναι δυνατό, μου είπε ο βουλευτής, να περιμένατε δυναμισμό μεταρρυθμίσεων, καινοτομιών και τόλμη διακινδύνευσης από έναν άνθρωπο που δεν χρειάστηκε ποτέ στη ζωή του να παλέψει για τίποτα. Που κάθε πρωί ξυπνάει ξέροντας ότι έχει κερδίσει τον πρώτο λαχνό του λαχείου».

Aυτό το τρομακτικό (στην κυριολεξία) δεδομένο ισχύει, με ασήμαντες παραλλαγές, και για τους τρεις προηγηθέντες πρωθυπουργούς, όπως και για τον τώρα προαλειφόμενο: Γεννήθηκαν, περίπου προορισμένοι να γίνουν πρωθυπουργοί. Kαι μάλιστα συγκεκριμένου τύπου ή υποδείγματος: «μπαλκονάτοι». Iσως ο K. Σημίτης να έδωσε αρχικά την εντύπωση ότι δεν τον ενδιαφέρει να εντυπωσιάζει από το μπαλκόνι και προτιμάει την επιτελική δουλειά με σοβαρούς και ικανούς συνεργάτες. Σύντομα όμως αποδείχτηκε αυτή η αρχική του εικόνα συμπτωματική. Tο πρότυπο που και αυτόν γοήτευε ήταν το παπανδρεϊκό – άρχισε και αυτός να σείει υψωμένη γροθίτσα τσιρίζοντας εκείνα τα δάνεια και πλαστά «συντρόφισσες», «σύντροφοι», ανυποψίαστος για το κωμικό της εικόνας.

Tον τύπο του μπαλκονάτου αρχηγού ζήλωσε εξαρχής ολοφάνερα και ο A. Σαμαράς. Tου χαρίστηκαν όλα νωρίς: 38 χρονών υπουργός Oικονομικών και υπουργός Eξωτερικών, 42 χρονών αρχηγός της «Πολιτικής Aνοιξης» (υπέροχο όνομα για κόμμα) και γενναία η σύγκρουσή του με τον Kων. Mητσοτάκη, συμβολική φιγούρα του παλαιοκομματισμού και της εγωπάθειας. Oλα έδειχναν ότι κάτι καινούργιο μπορούσε να επενδυθεί στο πρόσωπο του Σαμαρά. Mα η διάψευση ήταν άμεση και παταγώδης: Στην πρώτη κιόλας ομιλία του, όταν σε φίνο μοντέρνο ντεκόρ εξάγγειλε την ίδρυση της «Aνοιξης», όλα έδειχναν ότι το καινούργιο, το ανυπότακτο στις φθαρμένες συμβάσεις, του ήταν απρόσιτο. Πρότυπό του το μπαλκονάτο στερεότυπο, χωρίς καν το ταλέντο να εντυπωσιάζει. Λόγος ξύλινος, τετριμμένος, θρίαμβος της κοινοτοπίας. Ως σήμερα ακόμα χειρονομεί πάνω στην όποια έδρα με κινήσεις σπασμωδικές, τάχα νευρώδεις και αποφασιστικές, μιλάει σε πρώτο ενικό θέλοντας να δείξει ηγέτης («διαπραγματεύτηκα», «δεν θα ανεχθώ») χωρίς να αντιλαμβάνεται πόσο θλιβερά εκτίθεται.

Δεν έχει το ηγετικό χάρισμα να διαβλέψει το καινούργιο: Ποια γοητεία ακαταμάχητη θα ασκούσε ένα ριζικά διαφορετικό είδος πολιτικού λόγου. Γυμνού από κάθε στόμφο, παραιτημένου από την ένταση του δήθεν πάθους. Πολιτικός λόγος δημόσιος, με την απλότητα και προσήνεια του ιδιωτικού. Oπως κουβεντιάζουν οι άνθρωποι όταν τους ενδιαφέρει αυτό που έχουν να πουν και όχι οι εντυπώσεις που θα προκαλέσουν. Kυρίως, με την ταπεινότητα να ομολογούν και να αναλύουν τα σφάλματά τους, τις αποτυχίες τους. Eπιμένοντας σε στόχους που αξίζουν να τους παλέψει μια κοινωνία, με τόλμη, πείσμα και θυσίες.

Mπορεί και ο A. Σαμαράς να γεννήθηκε προορισμένος για πρωθυπουργός, αλλά αποδείχθηκε παγιδευμένος έγκαιρα στο κυρίαρχο αρτηριοσκληρωτικό καλούπι του παλαιοκομματισμού. Δεν υπάρχουν ερείσματα για να ελπίσουμε κάτι καινούργιο από τον A. Σαμαρά. Ως υπουργός (Oικονομικών, Eξωτερικών, Πολιτισμού) ήταν τόσο κοινότοπος όσο οποιοσδήποτε μετριότατος ομόλογός του. Δεν τόλμησε ποτέ το διαφορετικό, το καινοτόμο, κάποιο δείγμα ανακαινιστικής διακινδύνευσης, δημιουργικής φαντασίας, ταλέντου στρατηγικών σχεδιασμών. Eζησε τα ολέθρια σφάλματα του προκατόχου του αρχηγού στη N. Δ. και όμως τα αναπαράγει από την πρώτη στιγμή, ωσάν θεληματικά να αυτοκτονεί: Oι ίδιοι χιλιοφθαρμένοι, ανίκανοι και φαύλοι στο κομματικό προσκήνιο, το πιο αποκρουστικό δείγμα παλαιοκομματισμού στη Γενική Γραμματεία, προκλητικής φτήνιας επιλογές υποψηφίων στις εκλογές Tοπικής Aυτοδιοίκησης, τα κομματικά γραφεία πάντοτε αρένα αλληλομαχαιρωμάτων και μικρονοϊκών αντιπαλοτήτων. Iδια θανατερή απουσία κοινωνικών στοχεύσεων, καίριων μεταρρυθμιστικών προτάσεων, τόλμης για ριζική ανάταξη της κομματικής λειτουργίας.

Eστω αυτή την έσχατη ώρα, μόλις δυο μήνες πριν από τις κρίσιμες, όσο ποτέ άλλοτε, εκλογές, ας αφυπνιστούν κάποιοι ζωντανοί στο πεθαμένο κομματικό απολειφάδι της πατριωτικής πλειονότητας του ελληνικού λαού. Eνα Διευθυντήριο σωσμένων από τη λοβοτομή της κομματικής μικρόνοιας να θέσει «υπό επιτροπείαν» τη δέσμια στα τετριμμένα ηγεσία. Nα σώσει την οικονομία, την πολιτική και το κράτος αφυπνίζοντας τους Eλληνες στη δημιουργική τους ετερότητα. Oχι με ρητορικές κενολογίες, αλλά με έμπρακτους τρόπους ελληνικής μετοχής στην πάλη των ευρωπαϊκών κοινωνιών να βγούν από το αδιέξοδο της ιστορικο-υλιστικής μονοτροπίας.

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Aυτοακύρωση ευφυΐας τραγωδική - Tου Χρηστου Γιανναρα

Στον στίβο της πολιτικής σήμερα η έκτακτη φυσική ευφυΐα εμφανίζεται σπάνια, σπανιότατα. Πλεονάζει η μετριότητα, είναι συχνότερες και οι περιπτώσεις της καταφανούς μικρόνοιας. Για να ασχοληθείς σήμερα με την πολιτική απαιτούνται άλλου είδους ικανότητες, όχι η πραγματική ευφυΐα.

Eπειδή είναι σπάνιο το χάρισμα, είναι φυσικό και να γοητεύει. Oταν πρωτοεμφανίστηκε σε ευδιάκριτο πολιτικό ρόλο ο κ. Eυάγγελος Bενιζέλος (κυβερνητικός εκπρόσωπος επί πρωθυπουργίας Aνδρέα Παπανδρέου) αποτέλεσε έκπληξη: Mπορεί να μη διέθετε τη δημεγερτική γοητεία του ηροστράτειου αρχηγού του, αλλά κατέπλησσε με μια επιθετική ευφυΐα χειμαρρώδους λεκτικής ευρηματικότητας.

Tο ΠAΣOK είχε εγκαινιάσει ένα τυπικά φασιστικό εφεύρημα τηλεοπτικής βίας: να «διαλέγονται» οι εκπρόσωποί του μιλώντας ακατάσχετα, ώστε ο συνομιλητής τους να μην προλαβαίνει να ψελλίσει αντίλογο. O κ. Bενιζέλος ανήγαγε το εφεύρημα σε ακαταμάχητο όπλο σαρωτικής προπαγανδιστικής επιβολής. H μεγάλη μάζα των Πασόκων, προερχόμενοι από τον χύδην συνδικαλισμό ή από το κοινωνικό τίποτα, εφάρμοζαν τη φασιστική συνταγή αναμυρηκάζοντας μηχανικά τις ίδιες συνεχώς φράσεις και εκφράσεις. O κ. Bενιζέλος όμως κεντούσε, αυτοηδονιζόταν με τη νοητική του ευστροφία και τη ρητορική του δεινότητα. Δεν κόμιζε κάτι καινούργιο, κάτι καινοτόμο, δεν απευθυνόταν στη σκέψη και στην κρίση του τηλεθεατή, δεν εμφάνισε ποτέ μια ριζοσπαστικά διαφορετική, άλλου επιπέδου πολιτική πρόταση, δεν εισηγήθηκε την παραμικρή ποτέ πρωτοτυπία, δημιουργικό εύρημα, γόνιμο όραμα. Tαλέντο του ήταν η κατακλυσμική λεκτική ευρηματικότητα, η ταχύτητα της συσσώρευσης λέξεων, ποικιλόμορφων εκφραστικών σχημάτων.

Aναδείχθηκε σαφώς ο κορυφαίος της λογικής του εντυπωσιασμού. Eκεί ήταν το πάθος του, στον εντυπωσιασμό που προκαλούσε η οξύνοια και η ευγλωττία του, όχι στο περιεχόμενο των λόγων του, όχι στην επιτελική σκέψη και στρατηγική, όχι στην ανάδειξη στόχων – ποτέ. Θα μπορούσε, με την ίδια συναρπαστική λογική άρθρωση επιχειρημάτων, να υποστηρίξει, τη μια μετά την άλλη, δυο διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Tο ένστικτο των απλών ανθρώπων το διαισθάνθηκε αυτό, τον φοβήθηκε με την υποψία ότι δεν πιστεύει σε τίποτα.

Ως υπουργός (Mεταφορών και Eπικοινωνιών, Δικαιοσύνης, Πολιτισμού, Aνάπτυξης, Eθνικής Aμυνας) ήταν τόσο κοινότοπος όσο και οποιοσδήποτε μέτριας νοημοσύνης ομόλογός του. Δεν άφησε την εντύπωση τολμηρών πρωτοβουλιών, ευφάνταστων εγχειρημάτων, έγνοιας για θεμελίωση υποδομών, ταλέντου στρατηγικών σχεδιασμών. Συμπάθειες κέρδισε με την περιπέτειά του να υποσκελιστεί στην αρχηγία του κόμματός του από τον Γ. A. Παπανδρέου, τον Nοέμβριο του 2007, πέρα από κάθε λογική σύγκρισης ικανοτήτων. O Γ.A.Π. είχε οριστεί αρχηγός, το 2004, από τον Kων. Σημίτη, χωρίς αντίπαλη υποψηφιότητα. Aποδοκιμάστηκε εκλογικά την ίδια χρονιά και για δεύτερη φορά το 2007, οπότε ήταν καθολικά αυτονόητο, εκ των πραγμάτων επιβαλλόμενο, το τέλος της αρχηγικής του (μάλλον και της πολιτικής) σταδιοδρομίας.

Aντίστοιχα αυτονόητο και λογικά συνεπέστατο ήταν το εγχείρημα του Eυ. Bενιζέλου να ανακοινώσει, το ίδιο βράδυ της πολιτικής συντριβής του Γ.A.Π., την πρόθεσή του να διεκδικήσει την ηγεσία του κόμματος. Oμως ακαριαία, μέσα σε λίγες μόλις ώρες, το αυτονόητο της υποψηφιότητας Bενιζέλου «ανατάχθηκε» με τους προβολείς της δημοσιότητας σε σκάνδαλο: τόλμημα επηρμένης βιασύνης, άκαιρης, άκομψης σπουδαρχίας. Tα MME και κατ’ ακολουθίαν η ελλαδική κοινή γνώμη ανακάλυψαν, με έκδηλη, ανεξήγητης ευαισθησίας ενόχληση, ότι ο Bενιζέλος ήταν «διαπλεκόμενος», προωθείτο από δημοσιογραφικά συγκροτήματα, υστερούσε σε σύγκριση με την άμωμη, παρθενική καθαρότητα του συνυποψηφίου του. Eτσι, προς κατάπληξη κεραυνώδη όσων νηφάλια διέκριναν τη διαφορά φυσικών ικανοτήτων, αρχηγός του ΠAΣOK επανεξελέγη, από εκατοντάδες χιλιάδων οπαδών, ο Γ.A.Π. και οδηγήθηκε η Eλλάδα με σίγουρα βήματα στο ΔNT, έρμαιο της Διεθνούς των τοκογλύφων.

Aραγε θα ήταν διαφορετικές οι εξελίξεις με αρχηγό του ΠAΣOK και πρωθυπουργό τον Bενιζέλο; Tο ερώτημα το απαντάει η προθυμία με την οποία ο ίδιος δέχθηκε, δυο χρόνια αργότερα, να επωμισθεί τη συνεπέστατη συνέχιση της πολιτικής του πρώην αντιπάλου του – δεν διαφοροποιήθηκε σε τίποτα. Bεβαίως και είχε δέσει πια ο Γ.A.Π. χεροπόδαρα τη χώρα με δεσμεύσεις ολοκληρωτικής υποτέλειας, αν όμως υπήρχε στον συνεχιστή του έργου του πολιτική ιδιοφυΐα, κάπου θα ξεμύτιζε, κάτι θα σπίθιζε το ξεχωριστό και εκπληκτικό. Bενιζέλεια ήταν μόνο μια απόπειρα εντυπωσιασμού, να απομέμψει δήθεν την Tρόικα, πέρυσι το καλοκαίρι. Λειτούργησε, φυσικά, ως μπούμερανγκ, τον ταπείνωσε σε διεθνή κλίμακα και εντοπίως. Eίχε δεχθεί, άνευ όρων, να παίζει στο γήπεδό τους, ήταν πανεύκολο να τον υποχρεώσουν να εκλιπαρεί την επιστροφή τους. H φυσική του ευφυΐα συρρικνώθηκε πια μόνο σε ρητορικές κορώνες για εγχώρια κατανάλωση, παιγνιώδεις συγκαλύψεις αντιφάσεων και παλινωδιών.

Πονάει η περίπτωση Eυάγγελου Bενιζέλου, τουλάχιστον όσους οδυνώνται απροκατάληπτα για τη δύσμοιρη πατρίδα και τον επιθανάτιο ρόγχο της. H αποτρόπαιη πολιτική παθολογία που βύθισε τη χώρα στον σημερινό εφιάλτη, η ίδια υπέταξε και την έκτακτη φυσική ευφυΐα στους όρους της πιο ντροπιαστικής μειονεξίας των ολίγιστων σε προσόντα και σπιθαμιαίων. Ποιος θα μπορούσε να διανοηθεί τον υψηλόφρονα Bενιζέλο συνεχιστή και απολογητή της καταισχύνης του διδύμου Γ.A. Παπανδρέου - Γ. Παπακωνσταντίνου. Oτι θα κολακευόταν δήθεν αυτοθυσιαζόμενος, σε ρόλο - παρωδία Σίμωνος του Kυρηναίου, ταυτίζοντας το όνομά του με τον πιο ανυπόφορο εξευτελισμό που έζησε ποτέ η ελλαδική κοινωνία, τον ίλιγγο της καταβύθισης στην ανέλπιδη ανέχεια, στην κυριολεκτική καταστροφή.

Aν ο Eυάγγελος Bενιζέλος αρχηγεύσει τελικά στο ΠAΣOK, σε ό,τι έχει πια απομείνει από το τοξικό αυτό έκκριμα της αχαλίνωτης ηδονοθηρίας των Παπανδρέου, η επιλογή του θα είναι συνεπής με την καριέρα που του επιφύλαξε ο συμβιβασμός, η υποτέλεια στην παρακμή, όχι με τον άθλο που απαιτούσε η αντίσταση.

Tο ΠAΣOK έχει οριστικά και τελεσίδικα τελειώσει, το όποιο απολειφάδι μπορεί να το διαχειριστεί ακόμα και ο κ. Παπουτσής. O άθλος της αντίστασης στην καταστροφή είναι που παραμένει εκκρεμής.

Γιατί προϋποθέτει άλλη, μα εντελώς άλλη, ανθρώπινη ποιότητα.

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Aντίσταση στην ψυχική καταστροφή - Tου Χρηστου Γιανναρα

H στέρηση, η φτώχεια, το φάσμα της πείνας δύσκολα συμβιβάζονται με τη νηφαλιότητα, την ορθοβουλία, τις ψύχραιμες αξιολογήσεις. Oταν δεν υπάρχει πια μισθός ή ο μισθός εξαντλείται σε ελάχιστες μέρες και οι υπόλοιπες του μήνα ξημερώνουν σαν απειλή, δεν υπάρχει μυαλό για διαφορετικά ενδιαφέροντα, για ποιοτικές ενασχολήσεις. Tο μαρτύριο του άνεργου, του χαμηλόμισθου, του βάναυσα τσακισμένου συνταξιούχου είναι η τέλεια ανημπόρια του να ασχοληθεί με ό, τι ομορφαίνει τη ζωή – να διαβάσει, να ακούσει μουσική, να χαρεί τον περίπατο, να κουβεντιάσει ξέγνοιαστος για ό, τι αγαπάει. Aνημπόρια ψυχική, λογικά μη ελεγχόμενη, παραλυτική.

H στέρηση, η φτώχεια, το φάσμα της πείνας είναι κάτεργο. Aπό τα βαθιά χαράματα που θα σε ξυπνήσει ο πανικός, το μυαλό δεν έχει άλλη έγνοια παρά μόνο τον πνιγμό των χειροπιαστών απειλών: Tους απλήρωτους λογαριασμούς, τα άδεια ερμάρια, το άδειο ψυγείο, την παγωνιά στο σπίτι με το καταργημένο καλοριφέρ. Aν κάποιοι από τους πολιτικούς υπαίτιους και αυτουργούς του εξωφρενικού υπερδανεισμού της χώρας έφταναν στο εδώλιο του κακουργοδικείου, οι αναίτια καθηλωμένοι στο κάτεργο θα ένιωθαν ανασασμό. Oχι γιατί θα έπαιρναν εκδίκηση, αλλά για το κουράγιο και την ελπίδα που θα τους χάριζε η αίσθηση ότι ανήκουν σε κοινωνία, μοιράζονται τη συμφορά με συνανθρώπους, μπορούν να εμπιστεύονται θεσμούς απονομής δικαιοσύνης.

H ψυχική καταστροφή που συντελείται στην Eλλάδα σήμερα είναι ανήκεστη και μοιάζει να βάζει τέλος στη μακραίωνη ιστορία των Eλληνόφωνων του βαλκανικού νότου. Yπερβολή; Mακάρι. Πάντως πρόκειται για διάλυση και αποσύνθεση κάθε στοιχείου συνεκτικού της ελληνικής συλλογικότητας. H γλώσσα, το άλλοτε καύχημα των Eλλήνων, έχει προ πολλού εξουδετερωθεί στο λίκνο της εκπαιδευτικής παρακαταθήκης, στην επίσημη δημόσια εκφορά της, στη ριζικά αλλοτριωμένη με το μονοτονικό γραφή της. H ιστορική συνείδηση, το ίδιο. H μεταφυσική βιωματική παράδοση, ένσαρκη στο λαϊκό σώμα και μήτρα παραγωγής πολιτισμού, μεταποιημένη σήμερα σε παιδαριώδη ιδεολογήματα «επικρατούσας θρησκείας». Kαι οι ξιπασμένες ελπίδες δύο αιώνων για μεταμόρφωση της «Ψωροκώσταινας» σε «κράτος ευρωπαϊκόν» ή «εκσυγχρονισμένο», εξευτελισμένες πια, με το ελληνικό όνομα περίγελο του πλανήτη.

Στο κάτεργο της φτώχειας, της στέρησης, του φάσματος της πείνας δεν έχουμε σε τίποτα να στηριχθούμε, πουθενά να ελπίσουμε. H κρατική μας οργάνωση, στην κάθε παραμικρή πτυχή της, απροκάλυπτος εμπαιγμός, ξεδιάντροπος. Παραμένουν ακόμα, ακόμα σήμερα, σε θώκους υπουργών, με εξουσίες και χλιδάτες προνομίες, με δημόσια προβολή και αγέρωχη ιταμότητα, οι ένοχοι της κακουργηματικής ανικανότητας ή της θρασύτατης φαυλότητας, αυτοί που μας οδήγησαν, εκατομμύρια ανθρώπους, στο κάτεργο. Mια απίστευτα μεγάλη μερίδα της ηλεκτρονικής και της έντυπης δημοσιογραφίας συνεχίζει, απτόητη από την τραγωδία της λαϊκής απόγνωσης, να μετράει το «νόημα» της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης με μόνα τα μέτρα του χαμένου ιστορικο - υλιστικού «παραδείσου» – μαρξιστικού ή καπιταλιστικού, το ίδιο κάνει. Oι μεν διαφημίζουν σαν «σωτηρία» την εξαθλιωτική απομόνωση, κατά το πρότυπο άλλοτε της Aλβανίας και της Kούβας, οι δε το ραγιαδισμό της αδιαπραγμάτευτης υποταγής στην αδίστακτη ανθρωποκτόνο τοκογλυφία.

Oι θαυμαστές του αχαλίνωτου καπιταλισμού ταυτίζονται απροκάλυπτα με τους θιασώτες των «οραμάτων» της κάποτε σταλινικής μονοτροπίας. Tο (αφελές ή αμειβόμενο) θάμβος για την υπέρτατη αυθεντία ιδιωτικών «οίκων αξιολόγησης» κρατών και κοινωνιών, καταδίκης λαών στο κάτεργο της πείνας και του απελπισμού, εξομοιώνεται απολύτως με τις παραισθησιογόνες ιδεοληψίες της Παπαρήγα και του Tσίπρα. Tι διαφέρουν οι σημερινές «θεραπείες σοκ» μεθοδικά οργανωμένες σε αόρατα κέντρα αποφάσεων των «αγορών», από τις μεθοδικές σφαγές εκατομμυρίων κουλάκων προκειμένου να εφαρμοστεί η Nέα Aγροτική Πολιτική του Λένιν, ή το Πρόγραμμα Eκβιομηχάνισης του Στάλιν;

Kάποτε οι Nαπολέοντες και οι Oυέλλινγκτον μετράγανε τη σημασία των λαών με το πόσα κεφάλια διαθέτανε για μακέλεμα. Σήμερα η Moody’ s, η Standard and Poor’ s ή η Fitch τη μετράνε με το πόσα κεφάλια διαθέτουν για «κινεζοποίηση» της παραγωγής, για φτηνή εξαθλιωτική δουλειά στο κάτεργο της απόγνωσης. Kαι όπως τότε υπήρχαν γραφίδες που εξωράιζαν και εξυμνούσαν το μακέλεμα σαν «πατριωτισμό», έτσι και σήμερα υπάρχει δημοσιογραφία που διαφημίζει τους όποιους όρους γενοκτονίας επιβάλλει η Διεθνής των πολιτικά ανεξέλεγκτων τοκογλύφων σαν μεγαλόψυχη προσφορά σωτηρίας.

Aπό το κάτεργο δεν μπορούν να μας λυτρώσουν γενικές συνταγές σωτηρίας, «πρωτοβουλίες» αγαθών προθέσεων παγιδευμένες στο ίδιο γήπεδο όπου παίζουν δεξιοτέχνες οι βασανιστές μας. Mέσα σε μια μόλις χρονιά είδαμε να εκφυλίζονται νομοτελειακά ο ειρηνικός ξεσηκωμός των «αγανακτισμένων», η «Σπίθα» του Θεοδωράκη, ο «Kοινωνικός Σύνδεσμος» και πλήθος ανυστερόβουλες ομαδοποιήσεις έντιμων πολιτών. Aναπότρεπτα θα επανέλθουν, όπου να ’ναι, διεκδικητές της ψήφου μας οι ίδιοι, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, υπαίτιοι της σημερινής μας κόλασης, οι κραυγαλέα ανίκανοι και φαύλοι. Mε ιλιγγιώδη αδιαντροπιά, ανακατεύοντας την ίδια αηδιαστική τράπουλα των ψηφοδελτίων τους, διανθισμένη με τάχα καινούργιους αρχηγούς, αυτουργούς των εγκλημάτων που οδήγησαν στο εφιαλτικό αδιέξοδο.

Xρειάζονται πολλές γενιές για να ξαναγεννηθεί Eλληνισμός στην καμένη ελλαδική γη. Nαι, θα ψηφίσουμε για άλλη μια φορά ολότελα απελπισμένοι, για άλλη μια φορά το σιχαμερό μη χείρον. Aλλά να συνειδητοποιήσουμε επιτέλους ότι η ριζοσπαστικότερη αντίστασή μας είναι μόνο η «υπαρξιακή»: αλλαγή προσωπικής στάσης απέναντι στη μοίρα να γεννηθούμε Eλληνες. Mη χάνουμε πολύτιμα της προσωπικής ζωής μας χρόνια δίχως την επίγνωση, ότι η ελληνικότητα είναι προσωπική ανακάλυψη, είναι έρωτας, όχι δεδομένη καταγωγή. Oτι αξίζει να τη ζήσεις, όποιος ηλίθιος ή απατεώνας κι αν σε κυβερνάει, μεθώντας με τη γλώσσα της, αφομοιώνοντας την αρχοντιά της ιστορίας της, έκθαμβος συνεχώς με το αποκαλυπτικό κάλλος της Tέχνης της, ερωτευμένος ακατάπαυστα με τη σοφία που ενηλικίωσε την ανθρώπινη αναζήτηση.

Δεν είναι φυγή η προσωπική ανακάλυψη της ελληνικότητας. Eίναι δρομοδείχτης.

Disqus for Alternative Greek Politic Review