Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σιακαντάρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σιακαντάρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Από τους πολιτικούς χωρίς ιδιότητες στους πολιτικούς της παραγωγικής Ελλάδας - Του Γιώργου Σιακαντάρη

Φαίνεται σήμερα πως ο πιο εύκολος στόχος, εκεί όπου εστιάζονται τα πυρά από πολλές πλευρές, είναι το πολιτικό σύστημα και οι εκπρόσωποί του. Οι κίνδυνοι όμως από τον απόλυτο και κατά βάθος απολιτικό χαρακτήρα που λαμβάνουν τα πυρά γενικά κατά του πολιτικού συστήματος απειλούν τις δημοκρατικές κατακτήσεις του ελληνικού λαού από το 1974 και ύστερα.

Η ισοπέδωση της μεταπολιτευτικής περιόδου, οι απλουστεύσεις και οι γενικεύσεις που αφορούν αυτήν και τους εκπροσώπους της συμπυκνώνονται στο σύνθημα «πως η χούντα δεν έπεσε» ακόμη. Οσοι θεωρούν ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ της χούντας και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας προσφέρουν τις χείριστες υπηρεσίες στους πολίτες. Οσοι μηδενίζουν τον πλουραλιστικό κοινοβουλευτισμό, έτσι όπως τον ζούμε σήμερα με τις αδυναμίες και τις εμφανείς ανεπάρκειές του, είτε δεν κατανοούν είτε κάνουν ότι δεν κατανοούν πως αποτέλεσμα μιας τέτοιας θέσης τις περισσότερες φορές είναι η δημιουργία προϋποθέσεων για την κατάλυση των δημοκρατικών θεσμών και ελευθεριών.

Αν η αντιπροσωπευτική δημοκρατία εμπεριέχει πάντα τον κίνδυνο της διολίσθησής της στην «τυραννία της πλειοψηφίας», η επιχείρηση αμφισβήτησης της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης εμπεριέχει τον κίνδυνο εκτροπής σε λύσεις που απολυτοποιούν είτε το απρόσωπο και ανορθολογικά κατευθυνόμενο πλήθος είτε τον όποιο «χαρισματικό» αυταρχικό ηγέτη ή πολιτικό κίνημα. Αν και μάλλον αυτές οι δύο κατευθύνσεις δεν είναι εναλλακτικές, αλλά συνήθως είναι η δεύτερη που ακολουθεί την πρώτη.

Για να γυρίσω στο μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα, νομίζω ότι μια μη μηδενιστική τάση οφείλει να του αναγνωρίσει πως όλα αυτά τα χρόνια κατόρθωσε πολλά. Η Ελλάδα το 1981 με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή εντάχθηκε στην πιο αναπτυγμένη οικονομικά και κοινωνικά ένωση κρατών. Αν δεν υπήρχε αυτή η εξέλιξη, η χώρα θα αντιμετώπιζε από τότε το φάσμα της υποανάπτυξης και της ύφεσης. Με τον Ανδρέα Παπανδρέου η χώρα απαλλάχθηκε από το βάρος του διαχωρισμού των ελλήνων πολιτών σε δύο κατηγορίες. Η αποκλεισμένη μισή Ελλάδα ενσωματώθηκε στους θεσμούς, έστω και με στρεβλό τρόπο. Στα επόμενα χρόνια με την ηγεσία του Κώστα Σημίτη η χώρα ενσωματώθηκε στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, που ήταν η ευρωζώνη, εφάρμοσε πολιτικές ανάπτυξης των υποδομών, μετατράπηκε σε παράγοντα σταθερότητας και ειρήνης στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο και βοήθησε την Κύπρο να ενταχθεί στην ΕΕ.

Το μεγάλο κενό του όλου πολιτικού μας συστήματος ήταν ότι δεν κατανόησε εγκαίρως πως η βάση αυτών των επιτευγμάτων ήταν η εξάρτηση μιας αδύναμης παραγωγικά χώρας από το «φθηνό δανειακό χρήμα». Αυτό το πολιτικό σύστημα δεν κατανόησε ότι «λεφτά υπάρχουν» μόνο σε μια χώρα που παράγει περισσότερα απ' όσα καταναλώνει. Αντί να στραφεί προς την ενίσχυση της παραγωγικής Ελλάδας, στηρίχτηκε στο κράτος, το οποίο λειτούργησε ως χοάνη απορρόφησης της εργασίας. Ασκησε δηλαδή κρατικίστικες πολιτικές και είχε λαϊκίστικη πολιτική νομιμοποίηση.

Σήμερα υπάρχει όντως άμεση ανάγκη αλλαγής του πολιτικού συστήματος σε οριζόντιο επίπεδο. Αυτή όμως η οριζόντια αλλαγή δεν σημαίνει μια μηχανιστική ενότητα των δυνάμεων του αντικρατισμού και αντιλαϊκισμού. Σημαίνει μόνο πως το νέο πολιτικό προσωπικό θα πρέπει να προέλθει από τη μετατροπή των αυθεντικών παραγωγικών στοιχείων της κοινωνίας (δημιουργικοί εργαζόμενοι του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και ελεύθεροι επαγγελματίες, καινοτόμοι επιστήμονες και ερευνητές, αποδοτικοί και εξωστρεφείς επιχειρηματίες, τεχνοκράτες σχεδιαστές) σε κοινωνικούς και πολιτικούς ρυθμιστές. Μια τέτοια μετατροπή θα ενισχύσει τη δημιουργική και παραγωγική Ελλάδα σε βάρος της παρασιτικής πολιτικής, οικονομικής και συντεχνιακής ελίτ. Βεβαίως η μετάβαση σε μια νέα πολιτική τάξη δεν πρέπει να ξεχάσει πως και στο σημερινό πολιτικό σύστημα υπάρχουν δημιουργικές πολιτικές προσωπικότητες.

Αυτή βεβαίως η ανανέωση προϋποθέτει να τεθεί και ζήτημα αλλαγής του τρόπου εκλογής των βουλευτών. Εχω υπόψη μου κυρίως τη λογική του σταυρού, η οποία αναπαράγει τον χειρότερο λαϊκισμό. Η κατάργηση όμως του σταυρού μπορεί να γίνει μόνο όταν έχουμε να κάνουμε με κόμματα που λειτουργούν δημοκρατικά και με σαφείς ιδεολογικές αναφορές. Γιατί όσο είναι αλήθεια πως οι λαοί δεν ζουν από τις ιδέες, είναι εξίσου αλήθεια πως οι λαοί δεν μπορούν να ζουν χωρίς ιδέες. Και αυτό που έχουμε σήμερα είναι μια διαπάλη προσωπικών διαδρομών και όχι μια σύγκρουση ιδεολογικών αναφορών. Αυτό θα πρέπει να σταματήσει, για να περάσουμε από το σύστημα των πολιτικών χωρίς ιδιότητες (χωρίς γνώση δηλαδή της πραγματικότητας) στους πολιτικούς με ιδέες και ιδιότητες.

Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας. Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Οι μεγάλες απουσίες» (εκδ. Πόλις)

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Το νέο πρόσωπο του λαϊκισμού , του Γιώργου Σιακαντάρη !

Ο λαϊκισμός που κυριαρχεί στις μέρες μας στον δημόσιο λόγο της χώρας είναι πολύ πιο διαφορετικός και πιο επικίνδυνος από τον λαϊκισμό των δεκαετιών του 1980 και του 1990. Ο σημερινός λαϊκισμός εκπέμπεται κατά κόρον από ποικίλα μπλογκ, αλλά όχι μόνο από μπλογκ. Κι είναι πολύ πιο δηλητηριώδης από εκείνον του παρελθόντος.

Ο λαϊκισμός των δεκαετιών του 1980 και του 1990 αμφισβητούσε τις πολιτικές δυνάμεις τις οποίες ταξινομούσε ως συντηρητικές, σε αντίθεση με τις προοδευτικές που κατά περίσταση δήθεν υποστήριζε (οι περιστάσεις βεβαίως άλλαζαν συνεχώς). Ο σημερινός λαϊκισμός των διάφορων «αποκαλυπτικών» δελτίων, στο όνομα της καταδίκης πραγματικών περιστατικών ανομίας και προκλητικής συμπεριφοράς του πολιτικού συστήματος, υπεραπλουστεύει την πολύπλοκη πραγματικότητα και, μιλώντας στο συναίσθημα και στην πρωτογενή αγανάκτηση, επιδιώκει να δημιουργήσει κλίμα αμφισβήτησης. Αμφισβήτησης όχι απλώς του πολιτικού συστήματος, αλλά ακόμα και της ανάγκης για πολιτικό σύστημα.

Ο λαϊκισμός του πρόσφατου παρελθόντος στόχευε δήθεν κατά του μεγάλου κεφαλαίου και των πλουσίων στο όνομα των συμφερόντων των φτωχών και αδυνάμων. Σήμερα ο στόχος είναι σημαντικά διευρυμένος. Σήμερα ο αντίπαλος του λαϊκισμού (που ταυτίζεται με τον ανορθολογισμό) φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι οι πολιτικοί. Στο βάθος όμως κι αυτής της επίθεσης βρίσκεται το μίσος κατά όσων κατορθώνουν να ανέλθουν κοινωνικά. Η αμφισβήτηση της επιτυχίας είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του λαϊκισμού αυτού. Κάθε επιτυχημένος, ανεξαρτήτως από τον τρόπο της επιτυχίας του, είναι στόχος επίθεσης. Αυτό το διάστημα η επίθεση επικεντρώνεται στους πολιτικούς, αν η κατάσταση συνεχιστεί στο άμεσο μέλλον στο στόχαστρο θα βρίσκεται ό, τι υπερβαίνει τον μέσο όρο.

Αν σύμμαχος του παλαιού λαϊκισμού ήταν το κράτος και ιδεολογικό σήμα κατατεθέν του ήταν η λατρεία του, ο κρατισμός, σήμερα με το πρόσχημα της καταδίκης του παρασιτισμού στον δημόσιο τομέα επιδιώκεται να ακυρωθεί παντελώς η ανάγκη ύπαρξης του δημόσιου τομέα ως παράγοντα εξισορρόπησης των ανισοτήτων τις οποίες παράγει η αγορά. Σ' αυτό το λούκι πολλές φορές πέφτουν και δυνάμεις που δηλώνουν φιλελεύθερες, οι οποίες αν σέβονταν τον όρο θα έπρεπε να πρωτοστατούν για να μετατραπεί το Δημόσιο σε πραγματικό υπηρέτη του γενικού συμφέροντος.

Ο λαϊκισμός του παρελθόντος στοιχιζόταν πάντα πίσω από κάποιον ηγέτη, ακόμη και αν ο ηγέτης δεν του το αναγνώριζε. Ο σημερινός «αποκαλυπτικός» λαϊκισμός απορρίπτει γενικά την έννοια της ηγεσίας, προβάλλοντας το ακατάληπτο «όραμα» μιας γενικώς και αορίστως άμεσης δημοκρατίας. Παλαιότερα ο ηγέτης, επειδή ακριβώς ήταν ηγέτης, είχε πάντα δίκιο - και όποιος τολμούσε να αμφισβητήσει τις επιλογές του ενοχοποιούνταν πάραυτα στα μάτια του λαού. Σήμερα ο ηγέτης έχει πάντα άδικο, επειδή ακριβώς είναι ηγέτης. Δίκιο επιτρέπεται να έχουν μόνο οι «τηλεθεατές» της «αποκαλυπτικής» τηλεόρασης ή οι ανωνυμογράφοι των μπλογκ.

Παλιός και νέος λαϊκισμός διατηρούν και κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστικό πρώτο: η διάχυτη έχθρα προς τη διανόηση ή, πιο σωστά, η περιφρόνηση της σκέψης που δεν βλέπει την πραγματικότητα μέσα από ασπρόμαυρες οθόνες. Χαρακτηριστικό δεύτερο: η προσπάθεια να πειστεί η κοινή γνώμη ότι όλα είναι στημένα και εκ του πονηρού. Μια γενίκευση κυριαρχεί: όλοι κλέβουν, όλοι αδικούν, όλοι ψεύδονται. Ολοι; Ολοι οι άλλοι. Ο λαϊκισμός αυτού του τύπου επιδιώκει να χάσει ο πολίτης της διπλανής πόρτας τα αναγκαία πολιτικά και ηθικά κριτήρια για να προσανατολίζεται προς τις δημοκρατικές λύσεις.

Κανείς δεν μιλάει περισσότερο για δημοκρατία από αυτούς τους δύο λαϊκισμούς και κανείς δεν περιφρονεί περισσότερο τη δημοκρατική σκέψη και στάση. Ολες αυτές οι ιδεολογικές στάσεις που άλλοτε θεοποιούν τον ηγέτη, άλλοτε τον λαό και άλλοτε και τα δύο, το κάνουν για να μπορέσουν να συνεχίζουν να αποφεύγουν να καταθέσουν τα αναλογούντα μερίδιά τους στα ταμεία του κράτους και για να μπορούν ανεμπόδιστα να συνεχίσουν να ιδιοποιούνται τον δημόσιο χώρο, στο όνομα μάλιστα του δημόσιου συμφέροντος.

Η λύση δεν βρίσκεται σε καμία καταστολή ή π.χ.,, στην περίπτωση των ανώνυμων μπλογκ, στην απαγόρευση λειτουργίας τους. Τέτοιες ενέργειες θα έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Η λύση βρίσκεται στη δημιουργία ενός κινήματος εναντίωσης στον λαϊκισμό, ενός κινήματος που θα μποϊκοτάρει τα προϊόντα του. Οι πνευματικοί άνθρωποι είναι καιρός να αφήσουν τη θαλπωρή των κρατικών μηχανισμών είτε τη σιγουριά της αποχής από τα κοινά και οι πολίτες οφείλουν να στρέψουν αλλού τα τηλεκοντρόλ τους και τα ποντίκια των υπολογιστών τους. Αλλά, βεβαίως και πρωτίστως, το πολιτικό σύστημα οφείλει να συνειδητοποιήσει τα σημερινά του αδιέξοδα και να επιδιώξει την ανανέωσή του.

Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας

Disqus for Alternative Greek Politic Review