Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Του Παναγη Γαλιατσατου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Του Παναγη Γαλιατσατου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Η Αριστερά δρέπει καρπούς - Του Παναγη Γαλιατσατου

Αθροιστικά το ποσοστό στις δημοσκοπήσεις αγγίζει το 42%
Η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού που ξεκίνησε την περασμένη Κυριακή από τη διπλή διάσπαση των δύο μεγάλων κομμάτων και τις αναταράξεις στη ΔΗΣΥ και τον ΛΑΟΣ δεν είχαν αντίκτυπο στον χώρο της Αριστεράς, στον οποίο ωστόσο φαίνεται να κατευθύνεται ο όγκος των αντιμνημονιακών ψηφοφόρων. Δημοσκοπικά τα κόμματα της Αριστεράς καταγράφουν σε όλες τις προβλέψεις και εκτιμήσεις ένα ποσοστό της τάξης του 42%, κάτι το οποίο ωστόσο δεν εκτονώνει τις αναμεταξύ τους αντιπαραθέσεις. Το ΚΚΕ συνεχίζει τις επιθέσεις κατά του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ο κ. Τσίπρας, παράλληλα με τις συνεχώς πιο οξείες επιθέσεις κατά του κ. κ. Λ. Παπαδήμου, συνεχίζει την αντιπαράθεση τόσο με το ΚΚΕ όσο και με τους πρώην συντρόφους του στη Δημοκρατική Αριστερά. Μετά την ικανοποίηση για τη δεύτερη δημοσκόπηση που το έφερνε καθαρά στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το κόμμα του κ. Φ. Κουβέλη διαπίστωσε την εβδομάδα που πέρασε ότι το μέγεθος -ακόμα και το δημοσκοπικό- μπορεί να προκαλέσει απρόσμενες υποχρεώσεις. Αν και δεν έχει ζητηθεί κάτι επισήμως από τη Δημοκρατική Αριστερά, όπως είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει ο κ. Κουβέλης στη συνάντηση με τον κ. Βενιζέλο, η μετεωρική εμφάνιση της ΔΗΜΑΡ απασχολεί τους Ευρωπαίους αξιωματούχους. Ούτως ή άλλως, στην Αγίου Κωνσταντίνου δεν χρειάζονταν τη συνομιλία με τον κ. Βενιζέλο για να αντιληφθούν το διεθνές ενδιαφέρον για το κόμμα τους· στον κ. Κουβέλη έχουν υποβληθεί αιτήματα για συνεντεύξεις από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές εφημερίδες. Την Παρακευή, ο κ. Κουβέλης δήλωσε μεν ότι σε περίπτωση που θα του εζητείτο να παράσχει έγγραφες εγγυήσεις «η άρνησή του θα ήταν δεδομένη», συμπλήρωσε όμως ότι η «χώρα έχει τη θεσμική της λειτουργία», επισημαίνοντας εμμέσως πλην σαφώς ότι η χώρα έχει θεσμική συνέχεια, κάτι που συνεπάγεται και σεβασμό των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη δανειακή σύμβαση.

Από την πλευρά του ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αλ. Τσίπρας κλιμακώνει τους τόνους της κριτικής κατά του κ. Παπαδήμου και της νέας δανειακής σύμβασης, σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί ως η πιο ισχυρή αντιμνημονιακή δύναμη. Μιλώντας στην Κ. Ε. του κόμματός του, ο κ. Τσίπρας έκανε λόγο για «κυβέρνηση που λειτουργεί στο εσωτερικό της χώρας ως παπαγαλάκι των πιο αδίστακτων εκβιαστών» και πρόσθεσε ότι «η χώρα δεν έχει πρωθυπουργό, αλλά πρωθυπουργεύοντα επίτροπο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας». Ο κ. Τσίπρας ζήτησε άμεση προσφυγή στις κάλπες με απλή αναλογική, επανέφερε την πρόταση για τη δημιουργία ενός νέου συνασπισμού εξουσίας με πυρήνα την Αριστερά και επιτέθηκε στο ΚΚΕ και τη ΔΗΜΑΡ επειδή δεν συμφωνούν σε αυτό: «Μέχρι στιγμής, η ηγεσία του ΚΚΕ δεν έχει εγκαταλείψει τη στρατηγική του απομονωτισμού», κατέληξε.

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Οι αλήθειες των αριθμών Tου Παναγη Γαλιατσατου

Τα πεπραγμένα του οικονομικού έτος 2009 φαίνεται ότι θα ταλαιπωρούν τη δημόσια συζήτηση για πολύ καιρό ακόμα. Η υπόθεση αυτή πολιτικοποιήθηκε ήδη από τον Νοέμβριο του 2009, όταν η κυβέρνηση Παπανδρέου κατηγόρησε τη Νέα Δημοκρατία ότι απέκρυπτε τα στοιχεία και η Ν.Δ. ανταπέδωσε με κατηγορίες για τεχνητή διόγκωση του ελλείμματος. Στη συνέχεια πρώην στελέχη της ΕΛΣΤΑΤ, στελέχη της Αριστεράς και αντιμνημονιακοί πάσης αποχρώσεως καταλόγισαν στην κυβέρνηση Παπανδρέου ότι φούσκωσε τεχνητά το έλλειμμα του 2009 για να θέσει τη χώρα υπό την επιτήρηση του ΔΝΤ και των Ευρωπαίων δανειστών. Με βάση τις κατηγορίες αυτές, στον χορό μπήκε και η δικαιοσύνη, ασκώντας ποινική δίωξη στους τότε πρωθυπουργό, Γιώργο Παπανδρέου, και υπουργό Οικονομικών, Γιώργο Παπακωνσταντίνου, για τεχνητή διόγκωση του ελλείμματος του 2009

Ο επισκέπτης από τον Αρη, αν προσγειωνόταν στην Αθήνα τις προηγούμενες μέρες, θα σχημάτιζε την άποψη ότι το 2009 ήταν μια ομαλή οικονομική χρονιά, στη διάρκεια της οποίας παραποιήθηκαν τα δημοσιονομικά στοιχεία για λόγους που έχουν σχέση με τις εκάστοτε πολιτικές επιδιώξεις του κάθε κόμματος. Η εκδοχή αυτή όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Από την απολογιστική έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον προϋπολογισμό του 2009 προκύπτει ο απόλυτος δημοσιονομικός εκτροχιασμός, όχι μόνο σε σχέση με τους στόχους, αλλά και με τις επιδόσεις τον προηγούμενο χρόνο: Τα έσοδα ήταν κατά 6% μειωμένα, οι δαπάνες κατά 25% αυξημένες. Το έλλειμα της κεντρικής κυβέρνησης έφτασε τα 28,96 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή ως ποσοστό επί του ΑΕΠ το 12,15%.

Εκείνο που είναι ακόμα πιο ενδεικτικό για τον δημοσιονομικό πανικό του 2009 ήταν η εξέλιξη του δανεισμού. Στον προϋπολογισμό του 2009 είχε προγραμματιστεί νέος δανεισμός ύψους 32 δισ. ευρώ. Στη διάρκεια του χρόνου αντλήθηκαν συνολικά 50,7 δισ. από εκδόσεις ομολόγων και άλλα 16,8 δισ. από εκδόσεις εντόκων γραμματίων, συνολικά δηλαδή 67,5 δισ., διπλάσια από τα προϋπολογισθέντα. Αξιοσημείωτο είναι ότι η εικόνα αυτή δεν είναι πλήρης. Γιατί ενδιαμέσως, ανάμεσα στις εκδόσεις των ομολόγων και των εντόκων γραμματίων, οι κυβερνώντες έβγαιναν στη βραχυπρόθεσμη αγορά τίτλων (eurocommercial papers) για να δανειστούν 20 εκατ. για τρεις βδομάδες από εδώ, 50 εκατ. για δύο από εκεί και ούτω καθ’ εξής. Στη διάρκεια του 2009, το ύψος των ποσών που δανείστηκε έτσι η ελληνική κυβέρνηση έφτασε τα 24 δισ. ευρώ (δηλαδή σε ύψος το 50% των τακτικών εσόδων), ενώ αποπλήρωσε συνολικά 27 δισ. σε χρεολύσια τέτοιων βραχυπρόθεσμων τίτλων. Αν μη τι άλλο, αυτό δείχνει ότι είχε χαθεί απολύτως ο έλεγχος, κάτι που πρέπει να είχε ξεκινήσει ήδη από το 2008, όταν τα eurocommercials εκτινάχτηκαν πρώτη φορά σε τέτοια επίπεδα. Το 2007, οπότε ακόμα υπήρχε έλεγχος, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τέτοιες βραχυπρόθεσμες διευκολύνσεις μόνο σε ύψος 5 δισ. ευρώ. Αντί λοιπόν να παιδεύονται σε εξεταστικές για να αποδείξουν το «τεχνητό» φούσκωμα σε συνθήκες εκτός ελέγχου, τα τζιμάνια ας ρίξουν μια ματιά στις απολογιστικές εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δημοσιευμένες είναι..

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Διαδοχικές κρίσεις και ατελείς προσπάθειες στην Ελλάδα - Του Παναγη Γαλιατσατου

Το πολιτικό γεγονός της χρονιάς που πέρασε ήταν ασφαλώς ο σχηματισμός της κυβέρνησης Παπαδήμου, στις 11 Νοεμβρίου του 2011, με τη στήριξη του ΠΑΣΟΚ, της Ν.Δ. και του ΛΑΟΣ. Ηταν μια πρωτοφανής εξέλιξη για τα πολιτικά μας δρώμενα και συνάμα η κατάληξη μιας δραματικής χρονιάς που δεν είχε προηγούμενο στην πολιτική και οικονομική ιστορία της Μεταπολίτευσης.

Η κυβέρνηση Παπανδρέου οδηγήθηκε στην κατάρρευση μέσα από μια σειρά από κρίσεις που προέκυψαν λόγω της αδυναμίας της να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της αποστολής της. Οι τρεις σημαντικότεροι σταθμοί ήταν η ρήξη με την τρόικα τον Φεβρουάριο, η κρίση του Μεσοπρόθεσμου τον Ιούνιο και η κρίση διαρκείας από τον Σεπτέμβριο.

Στις 10 Φεβρουαρίου η τρόικα ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων ύψους 50 δισ. Η κατακραυγή όμως υποχρέωσε τον κ. Παπανδρέου να αναδιπλωθεί. Αυτό δεν βελτίωσε το κακό κλίμα στο εσωτερικό. Η δυσαρέσκεια εκφραζόταν με αποδοκιμασίες πολιτικών και μέσα από κινήματα τύπου «Δεν πληρώνω».

Υπό την πίεση των εταίρων, η κυβέρνηση άρχισε να συζητεί το νέο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα. Ομως η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ τελούσε εν βρασμώ και το κίνημα των «Αγανακτισμένων» ενέτεινε την πίεση. Μετά τον πρώτο αποκλεισμό του Κοινοβουλίου από τους «Αγανακτισμένους», σημειώθηκε η πρώτη κοινοβουλευτική ανταρσία. Στο Βαρόμετρο του Ιουνίου, η Ν.Δ. πέρασε για πρώτη φορά μπροστά, ενώ ανεξαρτητοποιήθηκε ο κ. Γ. Λιάνης. Η γενική απεργία της 14 Ιουνίου μετέτρεψε το Σύνταγμα σε πεδίο μάχης. Το απόγευμα ο κ. Παπανδρέου επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κ. Σαμαρά προσπαθώντας να πετύχει συναίνεση, ενώ αποδέχθηκε να παραδώσει και την πρωθυπουργία. Η προσπάθειά του να συνεχίσει μετά το ναυάγιο προκάλεσε ανοιχτή κοινοβουλευτική ανταρσία και την παραίτηση του Γ. Φλωρίδη. Ο κ. Παπανδρέου υποχρεώθηκε σε συνεννόηση με τον Ευ. Βενιζέλο και προχώρησε σε ανασχηματισμό. Το Μεσοπρόθεσμο ψηφίστηκε στις 30 Ιουνίου. Στις 21 Ιουλίου η σύνοδος κορυφής των Βρυξελλών ενέκρινε το νέο δανειακό πρόγραμμα και «κούρεμα» ομολόγων κατά 21%.

Από τον Σεπτέμβριο, η κατάρρευση της κυβέρνησης ήταν ραγδαία. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος επιχείρησε πολιτική επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, ωστόσο η κυβέρνηση υποχρεώθηκε σε άτακτη υποχώρηση και σε μια θύελλα νέων μέτρων. Ταυτόχρονα, έγινε σαφές ότι η συμφωνία της 21ης Ιουλίου είχε αποτύχει και ότι έπρεπε να γίνει «κούρεμα» του ελληνικού χρέους. Στις 26 Οκτωβρίου η σύνοδος κορυφής των Βρυξελλών αποφάσισε τη νέα συμφωνία και εθελοντικό «κούρεμα» κατά 50%.

Οι διαμαρτυρίες στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου πανικόβαλαν τον κ. Παπανδρέου, ο οποίος στις 30 Οκτωβρίου ανακοίνωσε δημοψήφισμα. Μετά το τελεσίγραφο από Μέρκελ και Σαρκοζί στις Κάννες για έξωση της Ελλάδας από την ΟΝΕ, το παίρνει πίσω. Στις 5 Νοεμβρίου, ο κ. Παπανδρέου υποχρεώνεται να δρομολογήσει τις διαδικασίες για κυβέρνηση συνεργασίας. Υστερα από έξι μέρες καθυστέρησης και υπό την απειλή ανταρσίας, το ΠΑΣΟΚ, η Ν.Δ. και ο ΛΑΟΣ συμφωνούν στον σχηματισμό της κυβέρνησης Παπαδήμου, η οποία πήρε ψήφο εμπιστοσύνης από 255 βουλευτές.

Ποιοι και γιατί θέλουν εθνικό νόμισμα - Του Παναγη Γαλιατσατου

Ακριβώς μια δεκαετία πριν, τα μεσάνυχτα, ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης έβγαζε με υπερηφάνεια τα πρώτα ευρώ από κεντρικό ΑΤΜ της Εθνικής. Καθόλου βέβαιο δεν είναι τι χαρτονόμισμα θα βγάλει από το ίδιο ΑΤΜ ο περαστικός την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2013. Η κατάσταση είναι εύθραυστη: θα κριθεί σε ορίζοντα όχι μεγαλύτερο του διμήνου και ενώ στη χώρα αυγατίζει τις δυνάμεις της μια ετερόκλητη πολιτικοοικονομική συμμαχία που τάσσεται υπέρ της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα.

Στη δημόσια συζήτηση, αυτή η προοπτική εμφανίζεται ως ανώδυνη. Το επιχείρημα είναι ότι εκτός ευρώ η Ελλάδα θα μπορέσει να υποτιμήσει το νόμισμά της, να αναθερμάνει μέσω των εξαγωγών την οικονομία της, να τυπώσει χρήμα για μισθούς και συντάξεις και μέσω του πληθωρισμού να περιορίσει τις δανειακές της υποχρεώσεις. Ιστορικό προηγούμενο εξόδου μιας χώρας από μια ζώνη σκληρού νομίσματος δεν υπάρχει, ώστε να βγουν ασφαλή συμπεράσματα. Ο Μακιαβέλι μάς δίδαξε πάντως ότι σε τέτοιες περιπτώσεις διαφωτίζει το ερώτημα «Qui Bono?». Ποιος ωφελείται από την επιστροφή στη δραχμή;

Δημόσιο χρέος 480 δισ. ευρώ
Ανεξάρτητα από τα -διόλου αμελητέα- τεχνικά της μετάβασης σε νέο νόμισμα, οι άμεσες επιπτώσεις θα είναι πολύ σοβαρές για το τραπεζικό σύστημα. Η έξοδος από την Ευρωζώνη θα καταστήσει απαιτητά τα περίπου 120 δισ. ευρώ που χρωστούν οι τράπεζες στο ευρωσύστημα. Θα τα αναλάβει το δημόσιο χρέος, που θα εκτιναχτεί στα 480 δισ. ευρώ και η κυβέρνηση θα θέσει τις τράπεζες υπό κρατικό έλεγχο. Χαμένοι θα είναι οι μέτοχοι και οι σημερινοί ιδιοκτήτες, εκτός αν η «επανακρατικοποίηση» γίνει με προνομιούχες μετοχές και τους αφήσει τη διοίκηση. Κερδισμένο πάντως θα είναι το πολιτικό σύστημα, αφού η κρατική εξάρτηση θα ενισχύσει τις δυνατότητες χρηματοδοτικής παρέμβασης υπέρ «φίλιων» επιχειρηματιών και συνδικαλιστικών αιτημάτων.

Για να διατηρήσει την κοινωνική ηρεμία, η όποια «κυβέρνηση της δραχμής» θα τυπώσει χρήμα, για να πληρώσει μισθούς και συντάξεις. Αυτό πιθανότατα να οδηγήσει σε αλλεπάλληλες υποτιμήσεις, ενδεχομένως και σε υπερπληθωρισμό (κατά το τουρκικό παράδειγμα) εξανεμίζοντας τις καταθέσεις και συρρικνώνοντας την αγοραστική αξία μισθών και συντάξεων. Η πλειοψηφία θα φτωχύνει· ειδικά οι μικροκαταθέτες θα είναι οι μεγάλοι χαμένοι.

Η υποτίμηση του νομίσματος ενδεχομένως να βοηθήσει τις εξαγωγικές επιχειρήσεις και τον τουρισμό. Ωστόσο, οι βασικές πρώτες ύλες, τα καύσιμα και πολλά τρόφιμα είναι εισαγόμενα. Σοβαροί οικονομολόγοι αμφισβητούν ότι η υποτίμηση θα βοηθήσει σοβαρά την οικονομία. Κερδισμένοι πάντως θα είναι οι δανειολήπτες, των οποίων οι υποχρεώσεις θα χάσουν αξία, ενώ λόγω οικονομικής αναταραχής και κρατικού ελέγχου μπορούν να προσδοκούν ευνοϊκές ρυθμίσεις δανείων και οφειλών.

Οι μεγάλοι κερδισμένοι της δραχμής θα είναι όσοι επιχειρηματίες στη μεταποίηση, τα εκδοτικά συγκροτήματα, τον τουρισμό και τις υπηρεσίες έχουν φυγαδεύσει τις καταθέσεις τους στο εξωτερικό (η εκροή καταθέσεων έφτασε τα 80 δισ. τα τελευταία δύο χρόνια) και έχουν μεγάλες δανειακές υποχρεώσεις στο εσωτερικό. Οι υποχρεώσεις τους θα εξανεμιστούν, ενώ θα διαθέτουν ρευστότητα σε σκληρό νόμισμα ώστε να αγοράσουν φθηνά αξίες την επόμενη μέρα. Τυχαίο δεν είναι ότι κάποιοι εξ αυτών έχουν ταχθεί δημοσίως υπέρ της δραχμής ή καλλιεργούν εντέχνως αμφιβολίες σε σχέση με τη βιωσιμότητα του κοινού νομίσματος. Ανοικτά υπέρ της επιστροφής στη δραχμή πάντως ελάχιστοι εκδηλώνονται, ίσως γιατί η πλειοψηφία υπέρ του ευρώ είναι ακόμα πολύ ισχυρή.

Η διάσωση του συστήματος
Υπάρχει επίσης μια μερίδα του πολιτικού προσωπικού και των παραφυάδων του, οριζόντια διαστρωματωμένη στα αστικά κόμματα, που επιθυμεί την άρση του ελέγχου των δημόσιων οικονομικών και την ακύρωση των διαρθρωτικών αλλαγών, επειδή ακριβώς καταργούν τις προϋποθέσεις για την άσκηση πελατειακής πρακτικής. Ως εκ τούτου, αυτή η μερίδα, στην οποία συνυπάρχουν διαχρονικοί και όψιμοι ευρωσκεπτικιστές, υπέρμαχοι της εθνικής κυριαρχίας και πολέμιοι της έξωθεν παρέμβασης, δεν βλέπει την έξοδο από το ευρώ αρνητικά. Το συμφέρον τους δεν είναι ευθέως οικονομικό αλλά πολιτικό, η ανάκτηση του ελέγχου του «γκουβέρνου» και άρα η διάσωση του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος. Παράλληλα, υπάρχει και μια μερίδα της Αριστεράς, η οποία από ιδεολογική επιλογή προπαγανδίζει ανοιχτά την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, νομιμοποιώντας έτσι όμως -άθελά της- όλους τους προηγούμενους.

Πιθανόν οι πολιτικοί, ειδικά, να εκτιμούν την κατάσταση λάθος. Γιατί προϋπόθεση για την «ανάκτηση της αυτονομίας του πελατειακού συστήματος» είναι δημοσιονομικά περιθώρια που δεν θα επιτρέπουν το βάρος του χρέους σε ξένο συνάλλαγμα.Ακόμα και αν το πολιτικό σύστημα αποφασίσει να «κουρέψει» τα χρέη, δεν μπορεί να το κάνει στα διακρατικά δάνεια και κυρίως σε εκείνα του ΔΝΤ. Δεν υπάρχει προηγούμενο σχετικά εύπορης χώρας που το ταμείο να έχασε τα χρήματά του και η «κυβέρνηση της νέας δραχμής» πιθανόν να χρειαστεί να κάνει αλλαγές πολύ πιο επώδυνες από τις σημερινές ή να οδηγήσει τη χώρα στην εξαθλίωση.

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Η τραυματική εμπειρία της Βαϊμάρης - Του Παναγη Γαλιατσατου

«Κάθε οικονομία βασίζεται στην εσφαλμένη υπόθεση ότι ο μπαταχτσής θα πληρώσει τα χρέη του. Οταν δεν το κάνει, έχουμε την αποκαλούμενη συντονισμένη στήριξη, όπου όλοι κερδίζουν, με εξαίρεση το κράτος. Τη χρεοκοπία την αναγνωρίζει κανείς στην προτροπή προς τους πολίτες να έχουν εμπιστοσύνη. Συνήθως δεν τους έχει απομείνει τίποτε άλλο να έχουν». Συγγραφέας αυτού του κειμένου είναι ο Κουρτ Τουχόλσκι, ο πλέον διάσημος σατιρικός της Γερμανίας του μεσοπολέμου.

Δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1931, λιγότερο από δύο χρόνια πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, η οποία σηματοδοτεί το τέλος της πρώτης γερμανικής δημοκρατίας, της λεγόμενης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Στον απόηχο του κραχ του '29, η Γερμανία μέτραγε ήδη έξι εκατομμύρια ανέργους, το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού. Οπως όλοι οι σύγχρονοί του Γερμανοί, ο Τουχόλσκι δεν ήταν πρωτάρης στα οικονομικά ζόρια. Επτά χρόνια νωρίτερα είχε βιώσει την εμπειρία του υπερπληθωρισμού που εκμηδένισε το γερμανικό νόμισμα και απαλλοτρίωσε τη γερμανική μεσαία τάξη.

Γενικότερα πάντως, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν ήταν ακριβώς το κατάλληλο περιβάλλον για φιλήσυχους και νοικοκυρεμένους πολίτες. Πέρα από τις δύο τρομακτικές περιόδους οικονομικής εξαθλίωσης, ο Τουχόλσκι και οι σύγχρονοί του έπρεπε να επιβιώσουν από την επανάσταση του 1918 που ανέτρεψε το αυτοκρατορικό καθεστώς του Κάιζερ, δύο ακροαριστερές εξεγέρσεις, δύο πραξικοπηματικές απόπειρες της ακροδεξιάς να καταλάβει την εξουσία, την κατάληψη του Ρουρ από τους Γάλλους, τακτικότατες συγκρούσεις ανάμεσα σε ακροαριστερές και ακροδεξιές ομάδες στους δρόμους, για να καταλήξουν εντέλει σε έναν καγκελάριο ονόματι Χίτλερ.

Από όλα αυτά, κατά τη γνώμη των ιστορικών, η πιο τραυματική εμπειρία για τους Γερμανούς πρέπει να ήταν ο υπερπληθωρισμός των ετών 1920 - 23. Η σημαντικότερη αιτία για τον υπερπληθωρισμό ήταν ότι η αυτοκρατορική κυβέρνηση αποφάσισε να χρηματοδοτήσει την πολεμική προσπάθεια στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εξ ολοκλήρου με εσωτερικό δανεισμό και τυπώνοντας νέο χρήμα.

Οπως εξήγησε ο Κέινς στις «Οικονομικές συνέπειες της Ειρήνης», η γερμανική κυβέρνηση τυπώνοντας χρήμα προκάλεσε έναν πρωτοφανή πληθωρισμό του νομισματικού συστήματος, γιατί ήταν ανίκανη, αδύναμη ή και διόλου διορατική ώστε να εξασφαλίσει με φόρους τα μέσα που χρειαζόταν».

Τον Ιούλιο του 1914 με ένα δολάριο αγόραζες 4,2 μάρκα. Στο τέλος του πολέμου, τον Ιανουάριο του 1918, η αγοραστική αξία του δολαρίου είχε ανέβει στα 17. Υστερα όμως ήρθε η Συνθήκη των Βερσαλλιών, η ταπείνωση της Γερμανίας και οι υπέρογκες επανορθώσεις. Το δολάριο σκαρφάλωσε στα 42. Ως τον Οκτώβρη του 1922 το μάρκο είχε πέσει στο ένα χιλιοστό της αξίας του.

Τον Ιανουάριο του 1923, και για να εκβιάσουν την καταβολή των επανορθώσεων, οι Γάλλοι κατέλαβαν τη βιομηχανική «καρδιά» της Γερμανίας, το Ρουρ. Το δολάριο εκτινάχτηκε στα 49.000 μάρκα. Τρεις μήνες αργότερα άγγιζε τις 760.000 μάρκα. Τον Αύγουστο του 1923 με ένα δολάριο αγόραζες 4.860.000 μάρκα. Τον Σεπτέμβριο 53 εκατομμύρια. Στις 3 Οκτωβρίου 1923, η ισοτιμία είχε φτάσει στα 440 εκατ. μάρκα, στις 11 του ίδιου μήνα στα 5 δισ. και στις 22 στα 42 δισ. Τον Νοέμβριο του 1923, στο αποκορύφωμα του υπερπληθωρισμού, με ένα δολάριο αγόραζες 420 δισ. μάρκα. Το νόμισμα μπορούσε να εξευτελιστεί μέσα σε λίγες ώρες. Η κεντρική τράπεζα τύπωνε ακόμα και χαρτονομίσματα των 100 τρισ. μάρκων.

 Ο υπερπληθωρισμός είχε καταστρεπτικές συνέπειες για την εσωτερική συνοχή της πρώτης γερμανικής δημοκρατίας. Τα μεσαία στρώματα, που αγοράζοντας κρατικά ομόλογα είχαν στηρίξει την πολεμική προσπάθεια, είδαν τις περιουσίες τους να εξανεμίζονται. Η εργατική τάξη τα μεροκάματά της να εκμηδενίζονται, όπως άλλωστε διαπίστωσαν για τις απολαβές τους οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι επαγγελματίες.

Με την ειρήνη των Βερσαλλιών, που οι περισσότεροι Γερμανοί την αντιλαμβάνονταν ως ατιμωτική, η νεαρή δημοκρατία δεν είχε ξεκινήσει με τον καλύτερο τρόπο. Ο υπερπληθωρισμός τής έδωσε τη χαριστική βολή αφού την απαξίωσε στα μάτια εκείνων που θα έπρεπε να την υπερασπιστούν.

Ο υπερπληθωρισμός του '21 - '23 καταγράφηκε στη συλλογική μνήμη των Γερμανών, που ανατριχιάζουν ακόμα στο άκουσμα της φράσης «τυπώνω χρήμα». Η κοινωνική ατμόσφαιρα της Βαϊμάρης απαθανατίστηκε από τη λογοτεχνία και εκείνη η περίοδος (συμπεριλαμβανομένου του Τουχόλσκι) παραμένει υψηλά στις προτιμήσεις του γερμανικού αναγνωστικού κοινού. Πιθανότατα, πέρα από την ανησυχία για τις προσωπικές αποταμιεύσεις ή τη σύνταξη, το ρεφλέξ που προκαλεί είναι και πολιτικό. Υπερπληθωρισμός ίσον εθνικοσοσιαλισμός...

Προκαταλήψεις με την ισχύ του νομίσματος

Κάποιες από τις προκαταλήψεις που γέννησε η εμπειρία της Βαϊμάρης εξακολουθούν να κυριαρχούν στην αντίληψη των Γερμανών. Δεν είναι τυχαίο ότι από όλα τα μεταπολεμικά τους επιτεύγματα, οι Γερμανοί ήταν περήφανοι κυρίως για την ισχύ του γερμανικού μάρκου.

Κληρονομία της Βαϊμάρης αποτελεί το ότι όλα τα γερμανικά πολιτικά κόμματα τάσσονται υπέρ μιας ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας που θα υπερασπίζεται την αξία του νομίσματος και δεν θα «τυπώνει χρήμα». Το άγχος ότι η Μέρκελ θα υποκύψει τελικά στις γαλλικές απαιτήσεις, και θα το επιτρέψει, οδήγησε πολλούς στο να χρεώνονται για να αγοράζουν σπίτια, η εμπειρία της Βαϊμάρης άλλωστε ήταν ότι οι ιδιοκτήτες ακινήτων και εμπράγματων αξιών ξεχρέωσαν μόνο και μόνο χάρις στον πληθωρισμό. Παρά τις συνεχείς αναφορές στον φόβο της Βαϊμάρης όμως, η περίοδος εκείνη ελάχιστη σχέση έχει με τη σημερινή.

Το Κραχ του '29 και η παγκόσμια οικονομική ύφεση που ακολούθησε εμπίπτουν βέβαια μέσα στα χρονικά όρια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, και είναι γνωστό ότι η εξαθλίωση που προκάλεσαν έδωσε την αποφασιστική ώθηση στον εθνικοσοσιαλισμό και οδήγησε στον πόλεμο. Ωστόσο αυτό συνέβη σε μια Δημοκρατία που είχε απαξιωθεί προτού ριζώσει, κάτι που δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς για τις ευρωπαϊκές Δημοκρατίες σήμερα. Οι λοιπές ιστορικές παράμετροι καμιά σχέση δεν έχουν μεταξύ τους. Και το αν έχει ριζώσει η Ε.Ε. ή αν πρόκειται να καταρρεύσει, θα το δείξει η Ιστορία.

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Οι συνέπειες από την απόφαση της συνόδου για τις χώρες της Ενωσης - Του Παναγη Γαλιατσατου

Χρειάστηκαν δεκαετίες για να απαντηθεί το δίλημμα που είχε θέσει στον λαό του ο Τόμας Μαν το 1953: «ευρωπαϊκή Γερμανία ή γερμανική Ευρώπη;». Η απόφαση της συνόδου κορυφής της Παρασκευής σηματοδοτεί μάλλον το δεύτερο.

Η σύνοδος εξέπληξε όσους είναι εξοικειωμένοι με τη ρουτίνα των Βρυξελλών και λόγω της σπουδαιότητας του θέματος περίμεναν μια μαραθώνια συνεδρίαση. Αυτό δεν συνέβη, ίσως επειδή η καγκελάριος Μέρκελ είχε αποφασίσει να μην κάνει «σάπιους συμβιβασμούς»: θα προχωρούσε με όσους ήθελαν, παίρνοντας το ρίσκο της διάσπασης

Στη διαδικασία της γερμανικής ενοποίησης, ο Μπίσμαρκ είχε αντιληφθεί το αδύνατον του να συμπεριληφθεί η Αυστρία και επέλεξε τη λεγόμενη «μικρή γερμανική λύση». Η Μέρκελ πήγε στις Βρυξέλλες αποφασισμένη, αν χρειαζόταν, για μια «μικρή ευρωπαϊκή λύση». Το ότι τα 26 από τα 27 κράτη-μέλη της Ενωσης συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν ήταν μια επιτυχία της. Χωρίς τη Βρετανία όμως το αποτέλεσμα αποτελεί μια «μικρή ευρωπαϊκή λύση».

Το πώς θα εξελιχθεί η σχέση του Λονδίνου με την Ε.Ε. τα επόμενα χρόνια μένει να αποδειχθεί. Στο επίπεδο των 26, πάντως, μπορεί να θεωρείται δεδομένο ότι ο φόρος επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών θα επιβληθεί και πιθανόν να την κάνει ακόμα πιο δύσκολη στο εγγύς μέλλον. Μεσοπρόθεσμα, η αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε. φαντάζει δυνατή, κάτι που σηματοδοτεί τη ρήξη με μια παράδοση 51 ετών: Αν υπάρχουν δύο ιερές αγελάδες στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αυτές είναι η διεύρυνση του αριθμού των κρατών-μελών και η φόρμουλα «συμφωνούμε ότι θα συμφωνήσουμε». Η σύνοδος έδειξε ότι η διαφωνία και η συρρίκνωση αποτελούν επιλογές.

Το περιεχόμενο της συμφωνίας είναι επαναστατικό. Το ότι το εθνικό κοινοβούλιο έχει την κυριαρχία πάνω στον κρατικό προϋπολογισμό υπήρξε κυρίαρχο δόγμα για 5 αιώνες. Οι 26 συμφώνησαν ότι αυτή η κυριαρχία εκχωρείται, υπό προϋποθέσεις, σε μια υπερεθνική αρχή. Ανεξαρτήτως των ικανοτήτων του Κάμερον, δεν θα ήταν εύκολο σε κανέναν Βρετανό πρωθυπουργό να συμφωνήσει.

Η συμφωνία της 9ης Δεκεμβρίου περιγράφει μια «γερμανική Ευρώπη». Η κ. Μέρκελ επέβαλε τις απόψεις της σε όλη τη γραμμή. Το πιο αυστηρό σύμφωνο, τις αυτόματες κυρώσεις, τη συνταγματική δέσμευση για το φρένο χρέους, τους προϋπολογισμούς που θα τελούν υπό την έγκριση της Κομισιόν, την υποχρέωση των μελών της Ευρωζώνης να περιορίσουν το χρέος τους μεσοπρόθεσμα στο 60%. Ολα αυτά αντανακλούν την πεμπτουσία της γερμανικής αντίληψης: Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της κρίσης χρέους στη ρίζα του, τα ευρωπαϊκά κράτη οφείλουν να σταματήσουν να παράγουν ελλείμματα.

Καθοριστική για το αν θα αντέξει αυτό που αποφασίστηκε θα αποδειχτεί η στάση των αγορών τις επόμενες εβδομάδες και μήνες. Θα πρέπει επίσης να βρεθεί τρόπος να καλυφθούν κενά και ακροβασίες που προκύπτουν από την παράξενη συνύπαρξη μιας ευρωπαϊκής συνθήκης και μιας διεθνούς συμφωνίας που θα ρυθμίζουν το ίδιο αντικείμενο, δηλαδή δημοσιονομικές υποχρεώσεις των χωρών-μελών της Ευρωζώνης. Αυτά προκαλούν αβεβαιότητα, ακόμα και στο Βερολίνο, όπου πιστεύουν ότι η διεθνής συμφωνία θα πρέπει να υιοθετηθεί το ταχύτερο δυνατόν από τις ευρωπαϊκές συνθήκες.

Ακόμα και αν το αποτέλεσμα της συνόδου είναι ουσιαστικά μια συμφωνία καθ’ υπαγόρευση από το Βερολίνο, θα πρέπει να σημειώσει κανείς ότι η μεταφορά κυριαρχίας και μάλιστα θεμελιώδους γίνεται στην Κομισιόν και το Ευρωδικαστήριο, στα υπερεθνικά όργανα της κοινότητας.

Η επιτυχία της κ. Μέρκελ είναι ότι πήρε το αποτέλεσμα που ήθελε χωρίς ανταλλάγματα. Ούτε το ευρωομόλογο ούτε η μετατροπή του EFSF σε τράπεζα βρήκαν τον δρόμο για το κοινό ανακοινωθέν. Είναι σαφές ωστόσο ότι στην πορεία προς τον Μάρτιο, η κ. Μέρκελ θα αναγκαστεί να υποχωρήσει σε κάποιες από τις κόκκινες γραμμές της, αν μη τι άλλο για να υπερασπιστεί τη «δημοσιονομική ένωση» που κατόρθωσε επιτέλους να οικοδομήσει. Μια πρώτη παραχώρηση έκανε στην ίδια τη σύνοδο. Η υποχρεωτική συμμετοχή των ιδιωτών επενδυτών στο κόστος της αναδιάρθρωσης του χρέους μιας χώρας, που επέβαλε ως μέθοδο με το επιχείρημα ότι δεν μπορεί να πληρώνει το ρίσκο του κεφαλαιούχου ο φορολογούμενος, αποσύρθηκε. Η ίδια η Μερκελ αναγνώρισε, και μάλιστα ενώπιον των βουλευτών της, ότι αυτό συνετέλεσε τα μάλα στην υπονόμευση της εμπιστοσύνης απέναντι στα ομόλογα της Ευρωζώνης. Το πείραμα απέτυχε και οι Γερμανοί είναι ορθολογιστές. Πόσο, θα φανεί στην πορεία...

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Συζητήσεις προκαλεί η παρουσία Σημίτη - Του Παναγη Γαλιατσατου

Εντείνεται η κινητικότητα στον χώρο της Κεντροαριστεράς με ορατή πλέον την προσέγγιση ανάμεσα στη Δημοκρατική Αριστερά και στελέχη του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ. Έκπληξη πάντως προκάλεσε το γεγονός ότι στη χθεσινή εκδήλωση του περιοδικού «Μεταρρύθμιση» με θέμα «Η προοδευτική απάντηση στην κρίση», στην οποία μίλησαν ο Φ. Κουβέλης, ο Ν. Μπίστης, ο Ν. Χριστοδουλάκης και ο Π. Αυγερινός, έδωσε το «παρών» και ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης.

Στην εκδήλωση, ο κ. Κουβέλης υπογράμμισε ότι είναι αναγκαία η δημιουργία ενός πόλου δημοκρατικού σοσιαλισμού στο πολιτικό μας σύστημα, ενώ στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο κ. Μπίστης, ο οποίος μάλιστα προέβλεψε ότι είναι πιθανό έπειτα από σύντομο διάλειμμα συγκυβέρνησης Ν.Δ. - ΛΑΟΣ (ένα ενδεχόμενο που όλοι οι ομιλητές έδειξαν να αντιλαμβάνονται ως επικίνδυνο για την πορεία της χώρας) οι δυνάμεις της Κεντροαριστεράς να κληθούν πάλι στην εξουσία και τόνισε ότι πρέπει να είναι έτοιμες. Σύμφωνα με στελέχη της ΔΗΜΑΡ, οι συνομιλίες με τον κ. Μπίστη είναι αρκετά προχωρημένες και δεν θα πρέπει να αποκλείεται συμπόρευση στις εκλογές. Γεγονός είναι πάντως ότι και ο κ. Κουβέλης έχει καταστήσει σαφές τις τελευταίες μέρες το ενδιαφέρον του για μια συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, επισημαίνοντας (στα ΝΕΑ) ότι «τη Δημοκρατική Αριστερά δεν την αφήνει αδιάφορη η κυβερνητική εξουσία» και ότι «ο τόπος πρέπει να κυβερνηθεί και να κυβερνηθεί προοδευτικά». Μάλιστα, ο κ. Κουβέλης είπε ότι μετά τις εκλογές η Δημοκρατική Αριστερά θα συζητήσει με το ΠΑΣΟΚ και άλλες κεντροαριστερές δυνάμεις το ενδεχόμενο συνεργασίας.

Η εκδήλωση της «Μεταρρύθμισης» ήταν κατά πολλούς μια πρώτη προσπάθεια διερεύνησης της δυνατότητας σύγκλισης, στην οποία ήταν εμφανής η παρουσία των εκσυγχρονιστών, όπως οι κ. Κοντογιανόπουλος και Μπάλτας, αλλά και βουλευτών όπως ο Ο. Βουδούρης. Ο Π. Αυγερινός, που προχώρησε σε μια αναδρομή των θέσεων των κομμάτων απέναντι στην Ευρώπη και για την κρίση, υπογράμμισε ότι το ζητούμενο για το ΠΑΣΟΚ δεν είναι ένα νέο 1981 και τόνισε ότι το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να αντιταχθεί στον εθνικισμό, τον λαϊκισμό και τον κρατισμό.

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

«Οχι» από την Αριστερά - Του Παναγη Γαλιατσατου

Απέναντι στην κυβέρνηση συνεργασίας τοποθετούνται τελικά και τα τρία κόμματα της Αριστεράς που εκπροσωπούνται στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ είχαν πάρει αυτή τη θέση ήδη από το περασμένο Σάββατο, όταν ο Γ. Παπανδρέου επισκέφθηκε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και δρομολόγησε τις διαδικασίες συγκρότησης κυβέρνησης συνεργασίας. Η Δημοκρατική Αριστερά αμφιταλαντεύθηκε επί μακρόν για τη στάση που θα κρατήσει, κατέληξε όμως στο να καταψηφίσει τη νέα κυβέρνηση μετά μια θυελλώδη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής.

ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ δίνουν το επόμενο ραντεβού με τη νέα κυβέρνηση στους δρόμους και στις κινητοποιήσεις. Το ΚΚΕ έχει καταρτίσει μια λίστα από δράσεις που σχετίζονται με την άρνηση πληρωμής των έκτακτων φόρων: άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του νέου πρωθυπουργού, μάλιστα, η κ. Παπαρήγα κάλεσε τον λαό στο πόδι και υπέδειξε ένα πλαίσιο άμεσων διεκδικήσεων, όπως να καταργηθούν τα χαράτσια, ο φόρος αλληλεγγύης, ο αυξημένος ΦΠΑ. Μετά την ορκωμοσία, το ΚΚΕ ανέβασε ακόμα περισσότερο τους τόνους, καλώντας τον λαό να ανατρέψει την κυβέρνηση, αλλά και να απαιτήσει εκλογές.

Το αίτημα για άμεση προσφυγή στις κάλπες υιοθετεί και ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος καταγγέλλει σχεδόν καθημερινά τη νέα κυβέρνηση ότι δεν έχει λαϊκή νομιμοποίηση. «Χέρι χέρι πορεύονται πλέον και επισήμως ΠΑΣΟΚ, Ν. Δ. και ΛΑΟΣ, καταστρατηγώντας με τον πιο προκλητικό τρόπο κάθε έννοια λαϊκής εντολής», τονίζει σε ανακοίνωσή του.

Με δεδομένο ότι η κυβέρνηση του κ. Παπαδήμου θα στηρίζεται από τα περισσότερα κοινοβουλευτικά κόμματα, τόσο το ΚΚΕ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ αναμένεται να αυξήσουν τις αντιπολιτευτικές στροφές τόσο στις κινητοποιήσεις όσο και στο Κοινοβούλιο. Και στα δύο κόμματα υπάρχει η εκτίμηση ότι η σύμπλευση ΠΑΣΟΚ - Ν. Δ. και ΛΑΟΣ θα τα ωφελήσει εκλογικά, καθώς αυτά θα εισπράξουν την ψήφο διαμαρτυρίας.

Εξυπακούεται ότι η συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση έδωσε και στα δύο κόμματα ένα προσφιλή στόχο. Και τα δύο επιτέθηκαν στον κ. Καρατζαφέρη με αφορμή την επίσκεψή του στο σπίτι του Ιωάννη Μεταξά στις 28 Οκτωβρίου.

Εκλογικοί υπολογισμοί καθόρισαν όμως και την απόφαση της Δημοκρατικής Αριστεράς να καταψηφίσει την κυβέρνηση συνεργασίας, παρά το γεγονός ότι μια ισχυρή μειοψηφία στο κόμμα ήθελε ψήφο ανοχής. Το τελευταίο διάστημα, η ΔΗΜΑΡ εισπράττει στις δημοσκοπήσεις όλο και μεγαλύτερο μερίδιο από τη φθορά του ΠΑΣΟΚ, το οποίο εγκαταλείπουν εκείνοι που διαφωνούν με την πολιτική του Μνημονίου. Στελέχη της Αγίου Κωνσταντίνου θεωρούν ότι αν έδιναν έστω και ψήφο ανοχής σε μια κυβέρνηση με μόνη αποστολή την εφαρμογή Μνημονίου, αυτό πιθανόν να θόλωνε την εικόνα της και να ανέκοπτε την καλή πορεία της στις δημοσκοπήσεις.

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Η κρίσιμη Τετάρτη της κυρίας Μέρκελ, Tου Παναγη Γιαλιατσατου

Σε ισχυρότερη γυναίκα του κόσμου ανακήρυξε το αμερικανικό περιοδικό «Forbes» την Αγκελα Μέρκελ. Παράξενη στέψη, σε μια συγκυρία όπου η «ισχυρότερη γυναίκα του κόσμου» αγωνίζεται για την πολιτική της επιβίωση.

Στις 10 Σεπτεμβρίου, ο Γιώργος Παπανδρέου θα μιλάει στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης. Σε ποια κατάσταση θα βρίσκεται η κυρία Μέρκελ εκείνη την ημέρα είναι άγνωστο. Γεγονός είναι ότι ακύρωσε το ταξίδι της στο Γιαροσλάβ και τη συνάντηση με τον Ρώσο πρόεδρο Μεντβέντεφ, που ήταν προγραμματισμένη για τις 7 Σεπτεμβρίου, ώστε να βρίσκεται στο Βερολίνο. Εκείνη την ημέρα που θα ξεκινήσει στο Μπούντεσταγκ η κοινοβουλευτική διαδικασία για την επικύρωση της συμφωνίας της 21ης Ιουλίου. Οι διαφωνίες στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού είναι τόσο ισχυρές, ώστε έγκυρες εφημερίδες, να θεωρούν ότι κινδυνεύει η ίδια η καγκελάριος.

Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος. Θα πρέπει να γυρίσει κανείς πίσω στον Λούντβιχ Ερχαρντ (1963-66) για να βρει ιστορικό εξέγερσης της χριστιανοδημοκρατικής κοινοβουλευτικής ομάδας κατά του χριστιανοδημοκράτη καγκελαρίου. Η Μέρκελ δεν αντιμετωπίζει περιθωριακούς διαφωνούντες, αλλά χριστιανοδημοκράτες πολιτικούς των οποίων ο κομματικός πατριωτισμός ουδέποτε είχε αμφισβητηθεί, όπως είναι ο πρόεδρος του Μπούντεσταγκ Νόρμπερτ Λάμερ και ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος Βόλφγκανγκ Μπόσμπαχ.

Το πλήγμα, πάντως, που μετέφερε την αμφισβήτηση και στο υπουργικό συμβούλιο ήταν η πρόταση της υπουργού Εργασίας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να εγγυηθεί η Ελλάδα με χρυσό τα δάνεια της 21ης Ιουλίου. Η καγκελάριος την άδειασε, όμως η Υπουργός Εργασίας και αναπληρώτρια πρόεδρος των Χριστιανοδημοκρατών βρήκε ευήκοα ώτα στους ψηφοφόρους και βουλευτές του κόμματος. Η κυρία φον ντερ Λάιεν εθεωρείτο ώς χθες απολύτως έμπιστη της καγκελαρίου. Τώρα μάλλον της σκάβει τον λάκκο...

Σε όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσει κανείς την κριτική από κορυφαίους του παρελθόντος, που είτε της καταλογίζουν ότι υπό την ηγεσία της το κόμμα έχει χάσει την ψυχή του, όπως ο επί 14 έτη πρωθυπουργός της Βάδης - Βυρτεμβέργης Ερβιν Τόιφελ, είτε την κατηγορούν για αναξιόπιστη εξωτερική πολιτική, όπως ο Χέλμουτ Κολ. Αυτές οι επιθέσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία γιατί αποσταθεροποιούν την καγκελάριο στο κοινό της, γεγονός εξαιρετικά κρίσιμο αν σκεφτεί κανείς ότι η δημοτικότητά της πέφτει, οι εταίροι της στον κυβερνητικό συνασπισμό κλονίζονται και έχει μπροστά της τρεις δύσκολες εκλογικές αναμετρήσεις.

Παραδοσιακά, στην γερμανική πολιτική, πέρα από την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση είχαν ρόλο ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης και η Μπούντεσμπανκ. Η τελευταία διαφώνησε ανοιχτά με τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κρίστιαν Βουλφ θέλοντας να χαϊδέψει αυτιά ζήτησε και αυτός εγγυήσεις, και η ετυμηγορία της Καρσλρούης για το πρώτο πακέτο στήριξης στην Ελλάδα αναμένεται για τις 7 Σεπτεμβρίου. Εκείνη η Τετάρτη μπορεί να αποδειχθεί μοιραία για την κυβέρνηση Μέρκελ, αν η ετυμηγορία του δικαστηρίου είναι αρνητική. Και το τελευταίο πράγμα που θα χρειαζόταν η Ελλάδα είναι μια κυβερνητική κρίση στη Γερμανία...

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Η κυβέρνηση της καγκελαρίου Μέρκελ σπρώχνει τους Γερμανούς επιχειρηματίες να προχωρήσουν σε επενδύσεις στην Ελλάδα - Του Παναγη Γαλιατσατου

Η φράση στην απόφαση της συνόδου κορυφής για μια «συνολική στρατηγική μεγέθυνσης και επενδύσεων για την Ελλάδα», δεν ήταν απλώς ένα ευχολόγιο. Η γερμανική κυβέρνηση σπρώχνει τους Γερμανούς επιχειρηματίες να προχωρήσουν σε επενδύσεις στη χώρα μας. Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμα για να υπάρξουν συγκεκριμένα αποτελέσματα, σημασία έχει ότι η προώθηση γερμανικών επενδύσεων στη χώρα μας είναι επίσημη γερμανική πολιτική με τις ευλογίες της καγκελαρίου Μέρκελ.

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο IWF μετά το δεύτερο πακέτο βοήθειας προς τη χώρα μας, η γερμανική εμπλοκή θα αγγίξει, έστω και υπό τη μορφή εγγυήσεων, πάνω από 40 δισ. ευρώ. Το ποσό είναι μεγαλύτερο από το ετήσιο γερμανικό έλλειμμα. Για να μην καταπέσουν οι εγγυήσεις και πληρώσει ο Γερμανός φορολογούμενος, η κυβέρνηση του Βερολίνου αποφάσισε να βοηθήσει την Ελλάδα να σταθεί στα πόδια της.

Πριν φύγει για τις διακοπές της η κ. Μέρκελ αποκάλυψε ότι είχε ζητήσει από τον υπουργό Οικονομίας, αντικαγκελάριο Φίλιπ Ρέσλερ, να αναζητήσει την επαφή με τη βιομηχανία ώστε να δουν τι μπορούν να κάνουν για την Ελλάδα. Ωστόσο, ο Σύνδεσμος Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI) είχε κινηθεί ήδη νωρίτερα στην ίδια κατεύθυνση.

Εσωτερικό έγγραφο

Σε ένα εσωτερικό έγγραφο του Συνδέσμου προς τα μέλη του, το οποίο φέρει την υπογραφή του προέδρου Χανς Πέτερ Κάιτελ αναφέρεται ότι η γερμανική βιομηχανία έχει μεγάλο ενδιαφέρον στη διατήρηση του ευρώ και της Ε. Ε. και ότι η οποιαδήποτε λύση του ελληνικού προβλήματος δεν θα έπρεπε να οδηγεί σε έξοδο από το ευρώ γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό.
Ο κ. Κάιτελ επισημαίνει ότι πέρα από τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους της, η Ελλάδα χρειάζεται και «ένα businnesplan με την έννοια ενός σχεδίου Σούμαν» ώστε να τονωθεί η ανταγωνιστικότητά της και παραθέτει τις απαραίτητες παρεμβάσεις. Στο έγγραφο αναφέρεται ότι στην κατάταξη του «Ease of Doing Businnes» της Παγκόσμιας Τράπεζας η Ελλάδα έχει υποχωρήσει στην 119η θέση και ότι η χώρα χρειάζεται επειγόντως πολύ μεγαλύτερη διαφάνεια καθώς και ένα αποτελεσματικό νομικό και φορολογικό σύστημα καθώς και άρση των εμποδίων στην ίδρυση των επιχειρήσεων και εκφράζει τη βούληση του Συνδέσμου να συνεργαστεί με την ελληνική κυβέρνηση ώστε αυτή να δημιουργήσει σταδιακά τις κατάλληλες συνθήκες για τις επενδύσεις. «Εδώ δημιουργούνται μελλοντικές ευκαιρίες για τη γερμανική οικονομία, τόσο για τις μεγάλες, όσο και για τις μεσαίες επιχειρήσεις» αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σχετικό κείμενο.

Παραινέσεις

Πριν από 10 μέρες ο υπουργός Οικονομικών, Ευάγγελος Βενιζέλος, επισκέφτηκε τη Γερμανία και επεδίωξε την επαφή με τον BDI, κάτι που έγινε μέσω του ομολόγου του κ. Σόιμπλε. Σύμφωνα με γερμανικές πηγές, ο κ. Βενιζέλος ζήτησε από τους Γερμανούς βιομηχάνους να έρθουν οι ίδιοι στην Ελλάδα να δουν τι μπορούν να κάνουν και όχι να το προσπαθήσουν μέσω Ελλήνων συνεταίρων. Την ίδια παραίνεση φέρεται να επανέλαβε και ο κ. Χρυσοχοΐδης, ο οποίος συνάντησε επίσης τους βιομηχάνους την περασμένη εβδομάδα, ενώ ήρθε και σε επαφή με τον Γερμανό ομόλογό του κ. Ρέσλερ. Σύμφωνα με γερμανικές πηγές, αυτή η σύσταση υπήρξε επειδή τέτοιες συνεργασίες στο παρελθόν δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένες. Τουλάχιστον αυτό δίδαξε η έως τώρα εμπειρία.
Αυτό που εντυπωσίασε ακόμα και στελέχη της γερμανικής βιομηχανίας ήταν ότι ο Ρέσλερ κινήθηκε ταχύτατα, παρουσιάζοντας το πρόγραμμα των 16 σημείων για την ελληνική οικονομία την περασμένη Παρασκευή και συγκαλώντας την περασμένη Τετάρτη σύσκεψη των οικονομικών συνδέσμων. Η πρώτη αυτή συνδιάσκεψη δεν κατέληξε βέβαια σε συγκεκριμένα επενδυτικά σχέδια, αφού δεν συμμετείχαν εταιρείες αλλά σύνδεσμοι. Υιοθέτησε ωστόσο τον προβληματισμό και τις προτάσεις του DI για την άρση των επενδυτικών εμποδίων. Μεγάλη έμφαση αποδόθηκε επίσης στο θέμα της έλλειψης ρευστότητας για επενδυτικές πρωτοβουλίες.

Τέσσερα πεδία

Ο ίδιος ο κ. Ρέσλερ έθεσε μετά τη σύσκεψη τέσσερα πεδία ως αφετηρία της προσπάθειας:
α) στέρεες δοικητικές δομές,
β) εμπειρία,
γ) επενδυτικές δυνατότητες και
δ) πρόθυμους επενδυτές.

«Το θέμα είναι να δούμε σε ποια σημεία υπάρχουν κωλύματα για τις επενδύσεις και να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να ξεπεραστούν», είπε χαρακτηριστικά. Το επιτελείο του εξετάζει διάφορες ιδέες για να ξεπεραστούν τα προβλήματα της ρευστότητας και της χρηματοδότησης, όπως η δημιουργία μιας ελληνικής Επενδυτικής Τράπεζας, αλλά ακόμα και ο βραχυπρόθεσμος αναπροσανατολισμός των διαρθρωτικών προγραμμάτων της Ε.Ε. για την Ελλάδα.
Ο κ. Ρέσλερ πάντως απέκλεισε το ζήτημα της παροχής οικονομικών κινήτρων για τις γερμανικές επιχειρήσεις. Σε κάθε περίπτωση ο κ. Ρέσλερ αναμένεται στην Ελλάδα μαζί με μια ομάδα εμπειρογνωμόνων και επιχειρηματιών τον Σεπτέμβριο. Η επίσκεψη αυτή θα πρέπει να θεωρείται σχεδόν δεδομένη και ήδη έχουν αρχίσει οι σχετικές προετοιμασίες.
Σε πρώτη φάση, ωστόσο, θα είναι λάθος να επενδυθούν «πάνω» της μεγάλες προσδοκίες, καθώς κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων το αποτέλεσμα και να προδικάζει ότι θα είναι πετυχημένο. Δεδομένο όμως θα πρέπει να θεωρείται ότι οι Γερμανοί, σε αυτή τη φάση, θα θέσουν τις βάσεις και θα επανέλθουν.

Ποιοι είναι οι τομείς που ενδιαφέρουν

Σύμφωνα με το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών, το γερμανικό επενδυτικό ενδιαφέρον εντοπίζεται κυρίως στους τομείς της Ενέργειας, των Ανανεώσιμων Πηγών και των Δικτύων, των Τεχνολογιών της Πληροφορικής και των Τηλεπικοινωνιών καθώς και στους τομείς του Τουρισμού και των Μεταφορών. Θα είναι δύσκολο όμως να δραστηριοποιηθούν πολλές μεγάλες επιχειρήσεις στη χώρα μας και τόσο γρήγορα όσο το θέλει η κ. Μέρκελ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι Γερμανοί και για το ελληνικό πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και την περαιτέρω εμπλοκή στον τομέα της ενέργειας. Γνώστες της αγοράς λένε ότι η RWE έχει ενδιαφέρον για μια συνεργασία με τη ΔΕΗ και περιμένουν προσφορά, όταν θα έρθει η ώρα της αναζήτησης στρατηγικού επενδυτή. Ενδιαφέρον αναμένεται να υπάρξει επίσης από τη Fraport για το αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος» και μάλιστα όχι μόνο για το μερίδιο της Hochtief αλλά και για εκείνο του Δημοσίου.

Είναι πιθανόν, επίσης, να ενδιαφερθεί η Daimler-Benz για την ΕΛΒΟ, ώστε να τη μετατρέψει σε επισκευαστική μονάδα για τα τζιπ του στρατού για όλη τη νότια Ευρώπη. Ενδιαφέρον όμως έχει και η Rheimetall, η οποία πρόσφατα εξαγόρασε ένα μεγάλο ποσοστό της MAN, οχήματα της οποίας έχει ο Ελληνικός Στρατός. Η Rheimetall πιθανόν να εκδηλώσει ενδιαφέρον και για τα ελληνικά αμυντικά συστήματα. Επίσης, η TUI σκέφτεται να δραστηριοποιηθεί αυτόνομα στον χώρο των ξενοδοχείων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη χώρα μας έχουν πάντως και μεσαίες γερμανικές επιχειρήσεις που ειδικεύονται στα φωτοβολταϊκά για επενδύσεις στη χώρα μας. Μεγάλη ώθηση αυτός ο κλάδος περιμένει από το ενδεχόμενο να μεταφέρουν λόγω της αστάθειας στη Β. Αφρική ένα μέρος του προγράμματος Desertec (που προέβλεπε την παραγωγή ηλιακού ρεύματος στη Σαχάρα και την εξαγωγή του στη Β. Ευρώπη) στην Ελλάδα. Το θέμα αυτό συζητήθηκε στην πρόσφατη επίσκεψη του κ. Χρυσοχοΐδη στο Βερολίνο, το προώθησε όμως και ο κ. Παπακωνσταντίνου, ο οποίος το συζήτησε με τον επίτροπο για την Ενέργεια κ. Ετινγκερ στις Βρυξέλλες και έχει έρθει σε επαφή και με την Deutsche Bank, η οποία είναι ο κύριος χρηματοδότης του Desertec.

Disqus for Alternative Greek Politic Review