Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

Το καφενείο Ωραία Λέσβος - Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου

Ανοησίες πολλές ειπώθηκαν και γράφτηκαν τούτες τις ημέρες, με αφορμή τον εμπρησμό του κινηματογράφου Αττικόν. Πρώτη απ' όλες, ότι το κτίριο που πυρπολήθηκε ήταν νεοκλασικό. Ετσι συμβαίνει συνήθως με τους περισσότερους δημοσιογράφους. Οταν αναφέρονται σε ένα κτίσμα παλαιότερης εποχής που δεν είναι πολυκατοικία, το βαφτίζουν νεοκλασικό και ξεμπερδεύουν. Το Αττικόν εν πάση περιπτώσει, με βάση αυτά που ξέρω, ήταν εκλεκτικιστικό, όπως εκλεκτικιστής ήταν και ο αρχιτέκτονάς του, ο Νικολούδης.

Η φίλη μου Ελένη Μπίστικα στην ημισέλιδη στήλη της στην «Καθημερινή» έγραψε πολύ ωραία πράγματα για το Αττικόν και τις γιγαντοαφίσες του Γιώργου Βακιρτζή. Θέλω να προσθέσω και εγώ τούτο: με το Αττικόν δεν κάηκε ένα κτίριο. Εγιναν στάχτη τα νιάτα μας. Οι αναμνήσεις από μια εποχή όπου η Ελλάδα ήταν μια άλλη χώρα, όχι η σημερινή. Και εμείς, βέβαια, νέοι. Που φοράγαμε «τα καλά μας» για να πάμε με το κορίτσι μας σε αυτό το σινεμά, που ήταν πολυτελείας και το εισιτήριό του ακριβό.

Με ενδιαφέρει πολύ το Αττικόν. Ηταν η γειτονιά μου τα δεκάδες χρόνια που τα γραφεία των «ΝΕΩΝ» βρίσκονταν στη Χρήστου Λαδά 3. Με κλειστά μάτια μπορώ να πάω βόλτα σε αυτό τον δρόμο, στην Ανθ. Γαζή, στην Καρύτση. Θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια τα πάντα: τη Λέσχη των Φιλελευθέρων, το θέατρο Μουσούρη, την αίθουσα του Παρνασσού, τον ναό του Αγίου Γεωργίου, τα γραφεία της τράπεζας όπου δούλευε ο Γιώργος Γεννηματάς, την Κόστα Μπόντα όπου πήγαινε με τα πόδια ο Γεώργιος Ράλλης, τον ΟΤΕ δεξιά προς τα πάνω, το εστιατόριο «του Ιταλού» και βέβαια, το Κεντρικόν.

Στην έξοδο του κινηματογράφου, υπήρχε ένα «αυθαίρετο» μεταλλικό πατάρι και το καφενεδάκι Ωραία Λέσβος. Το είχαν δύο αδέλφια από την Αγιάσο, ο Στράτος και ο Βασίλης. Σε αυτό το καφενεδάκι έχω περάσει σχεδόν τη μισή μου ζωή, με μια μεγάλη παρέα κυρίως δημοσιογράφων. Ονόματα: Λιάνης, Δημαράς, Χαρδαβέλλας, Κακαουνάκης, Μάκης Γεωργίου, Οικονομέας, Παπαπέτρος. Στην ίδια παρέα - παίζαμε ξερή, τάβλι, Θανάση και κουμκάν - οι φωτορεπόρτερ Σάββας Σταθάκης, Βασ. Καραγεώργος, Δημ. Κουλούρης, Τ. Παπανίδης, ο Δημητράκης Παπακωνσταντίνου, ο λαθρέμπορος ο Στέλιος, ο μέγας μπαλαδόρος Γιώργος Σιδέρης, ο - 92 ετών - ταγματασφαλίτης «κύριος Τζίμης», ο συγγραφέας Γιάννης Φουράκης. Μερικές φορές, ερχόταν για τάβλι και ο Αλέκος Παπαδόπουλος.

Ο Γιώργος Βακιρτζής - σωστά τα λέει η Μπίστικα - ζωγράφιζε τις υπέροχες γιγαντοαφίσες του στην αυλή, στο βάθος, σε μιαν υγρή αποθήκη. Μαζί του και πριν από αυτόν στη δουλειά, ο αγιογράφος και πορτρετίστας Στέφανος Αλμαλιώτης και ο Θανάσης Μολυβδάς. Βοηθός των βοηθών, ο Αρτέμης. Κάτι τελευταίο: ο Αλμαλιώτης είχε φιλοτεχνήσει το πορτρέτο του Ελ. Βενιζέλου. Για τον Βακιρτζή, που ήταν στενός φίλος μου, τι να πω; Ενα μόνο: είχε γνωρίσει στη Μυτιλήνη τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ. Του είχε κάνει εντύπωση. Και τον ζωγράφισε από μνήμης ύστερα από δέκα χρόνια.

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Δημητράκης - Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου

Με τον ημέτερο Γιώργο Παπαχρήστο έχουμε έναν φίλο, τον Δημητράκη, που είναι πολύ «περπατημένος» και ξέρει απ' έξω κι ανακατωτά πολλά από τα εν Ελλάδι λαμόγια, πολλούς μιζαδόρους, εκβιαστές, «φορτωμένους» με «μαύρο» χρήμα κ.λπ. Πέρυσι, μιλώντας - και οι δύο - σε στέλεχος του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης, είπαμε ότι οι μόνοι που μπορούν να βρουν άκρη στο χάος των κλεφταράδων και των επαγγελματιών φοροφυγάδων είναι άνθρωποι σαν τον Δημητράκη. Αρα, κάποιος θα πρέπει να τους αναζητήσει και να ζητήσει τις υπηρεσίες τους.

Εμείς τα είπαμε, εμείς τ' ακούσαμε. Γιατί οι διάφοροι πανεπιστημιακοί, κατά κανόνα, που αναλαμβάνουν να λύσουν από κυβερνητικές θέσεις όλα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, δεν έχουν ιδέα για το τι σημαίνει «πιάτσα». Στα επιτελεία τους έχουν πάντοτε διάφορα κομματόσκυλα, μερικούς φίλους τους και μπόλικους «οικονομολόγους», που άλλο δεν κάνουν από το να βγαίνουν στην τηλεόραση και να μας λένε το μακρύ τους και το κοντό τους με ύφος ξερόλα, χωρίς και οι ίδιοι να καταλαβαίνουν τι μας τσαμπουνάνε. Γι' αυτό και ένας γνωστός μου τραπεζίτης μού εκμυστηρεύτηκε προ μηνών ότι ο Παπακωνσταντίνου ίσως ξέρει οικονομικά, αλλά δεν ξέρει τίποτα για το ποιες ζυμώσεις, ποια κόλπα και ποιες βρωμιές γίνονται στον επιχειρηματικό κόσμο, στα τραπεζικά κυκλώματα και στο «περιθώριο» βαθύπλουτων σουλατσαδόρων των βορείων προαστίων.

Ο Δημητράκης μού δήλωσε από την αρχή, τότε που ο Παπανδρέου έλεγε πως «λεφτά υπάρχουν», ότι «δεν υπάρχει φράγκο»! Και όταν βγήκαν οι λίστες με τους φοροφυγάδες των 15 δισ., έπιασε τα γέλια. «Ούτε ευρώ δεν θα εισπράξει το κράτος από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές. Αλλοι οφειλέτες έχουν πεθάνει, άλλοι βρίσκονται στη φυλακή, άλλοι έχουν κηρύξει πτώχευση και άλλοι έχουν μεταβιβάσει τις περιουσίες τους σε συγγενικά τους πρόσωπα. Πιάσε τ' αυγό και κούρεψ' το, δηλαδή».

Ετσι είναι, τη λέζα την πλήρωσε και την πληρώνει πάντα ο λαός. Και ρωτάω: Ποιοι μεγαλοεφοριακοί διώχθηκαν, επειδή τα έκαναν πλακάκια επί δεκαετίες με όλους αυτούς τους απατεώνες που ζούσαν ως κροίσοι, αλλά δεν πλήρωναν δεκάρα στο Δημόσιο; Και γιατί δεν έχει αρχίσει μια μεγάλη έρευνα ανάμεσα στους συγγενείς των διαφόρων λωποδυτών, όπου ασφαλώς κατέληξαν τα κλοπιμαία;

Και να πω και μια κουβέντα ακόμη: διόλου δεν με νοιάζει αν ο Χ ή ο Ψ κλεφταράς θα οδηγηθεί στη «στενή» με χειροπέδες. Εκείνο που με νοιάζει είναι να μπουν στο κρατικό ταμείο τα δισεκατομμύρια που χρωστάνε αυτοί οι αχρείοι.

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Τα κορόιδα - Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου

Κάνουμε τους ξύπνιους. Τους εφευρετικούς. Τους μάγκες. Τους παλικαράδες. Τους εραστές κ.λπ. κ.λπ. Και, τελικά, είμαστε κορόιδα. Μεγάλα κορόιδα! Και σκέφτομαι το τραγούδι του Βίρβου (και του Τσιτσάνη): «Τον τελευταίο τον καιρό/ μού τα 'χεις κάνει ρόιδο/ Δυο τρεις μου την καρφώσανε/ πως πάλι σε τσακώσανε/ με εκείνο το κορόιδο...». Μα, ποιος, ρωτάω, είναι το κορόιδο; Εκείνος που έχει το κορίτσι και τον «τσακώσανε» ή αυτός που του έφαγε το «κορόιδο» το κορίτσι και τώρα παριστάνει τον πονηρό και τον νταή;

Εγραφα προ ημερών για το Μουσείο της Ακρόπολης, έξω από το οποίο περνάω σχεδόν κάθε μέρα. Ποιοι το επισκέπτονται; Και πόσοι; Καμιά εκατοστή μαθητές. Τουρίστες; Ούτε για δείγμα! Το ίδιο και απέναντι, στο Θέατρο του Διονύσου. Αν πεις και για τον Παρθενώνα... Τα πούλμαν ξεφορτώνουν καθημερινά, για ένα δίωρο, καμιά πεντακοσαριά άτομα. Και οι άνθρωποι αυτοί, που πολλοί έρχονται από την άκρη του κόσμου, φεύγουν άκαρποι και απελπισμένοι: ο Ιερός Βράχος είναι κλειστός, λόγω απεργίας!

Πώς τα καταφέρνουν οι Γάλλοι, οι Ισπανοί, οι Γερμανοί, οι Αιγύπτιοι, οι Τούρκοι να γεμίζουν συνεχώς τα μουσεία τους και μάλιστα με ακριβό εισιτήριο, ενώ δεν έχουν να δείξουν στους επισκέπτες μοναδικά μνημεία, όπως τα δικά μας; Αντικρίζεις τις Καρυάτιδες στα δύο μέτρα από 'σένα και η καρδιά σου πάει να σπάσει από συγκίνηση! Και στην Πόλη, στέκεσαι στην ουρά επί ώρες για να δεις τους χώρους, όπου βρισκόταν το χαρέμι του Σουλτάνου! Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι οι Τούρκοι δεν είναι μπουνταλάδες, όπως τους χαρακτηρίζουμε, αλλά έξυπνοι άνθρωποι και οργανωμένοι. Ακόμη και στον Βυζαντινό Ιππόδρομο, όπου ξεγυμνωνόταν η Θεοδώρα, βλέπεις κόσμο. Και ο Ιππόδρομος είναι μια αλάνα, χωρίς ούτε ένα κομμάτι πέτρα πάνω της!

Πάμε παρακάτω: εδώ και μια εικοσαετία, που όλοι έχουμε μάθει ότι το φρέσκο βούτυρο κάνει πολύ μεγάλη ζημιά στην υγεία (χοληστερίνη κ.λπ.), τα μεγαλύτερα εστιατόρια του κόσμου αποφεύγουν να το προσφέρουν στους πελάτες τους. Θυαμάμαι, ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής της ανίκητης - τότε - Εθνικής Γερμανίας που είχε μια εκπληκτική ταβέρνα στη Φρανκφούρτη, πριν από το κυρίως φαγητό έβαζε στο τραπέζι, αντί για βούτυρο, ένα πιατάκι, μια ελιά και λίγο ελαιόλαδο, με μια φετούλα ψωμί. Και οι πάντες ήταν ενθουσιασμένοι! Το ίδιο γινόταν και στα πιο γνωστά εστιατόρια της Μόσχας. Εδώ, οι δικοί μας εστιάτορες, εξακολουθούν να σερβίρουν φρέσκο βούτυρο, ολλανδικό, γερμανικό κ.λπ., και όταν τους λες για ελαιόλαδο απαντούν ότι λερώνονται τα τραπεζομάντιλά τους!

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Διάβαζα την περασμένη Τρίτη στα «ΝΕΑ», τα εξής: «Πίσω από κάθε μπουκάλι Carapelli, το οποίο πωλείται προς 7-8 ευρώ το λίτρο, υπάρχει ένας έλληνας παραγωγός που πουλάει το προϊόν του χύμα στην ιταλική αγορά, εισπράττοντας περίπου 2 ευρώ το κιλό και αφήνοντας τον Ιταλό να καρπωθεί την υπεραξία. Πρόκειται για ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα για το πώς μια χώρα μπορεί να χάσει την ανταγωνιστικότητά της, εκχωρώντας τον πλούτο της σχεδόν δωρεάν!».
Είμαστε ή δεν είμαστε για τα πανηγύρια;

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Ανίκανοι! Του Λευτέρη Π. Παπαδόπουλου

Η απόσταση που χωρίζει το σπίτι μου από το Μουσείο της Ακρόπολης είναι μικρότερη από χίλια μέτρα. Τη διανύω κάθε μέρα, με γρήγορο βάδισμα, σε οκτώ λεπτά. Ακολουθώ τον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, όπου περιφέρονται αρκετά πεινασμένα αδέσποτα σκυλιά. Τα σκυλιά γαβγίζουν συνεχώς, ρίχνονται σε διαβάτες, ενοχλούν. Προφανώς, παίρνουν θάρρος από ένα μεγάλο αυτοκίνητο του δήμου που γράφει, δεξιά και αριστερά του, με τεράστια γράμματα «Τα αδέσποτα έχουν ανάγκη από την προστασία μας» ή κάτι τέτοιο.

Απέναντι σχεδόν από το Μουσείο, σ' ένα δρομάκι, που κάποτε ήταν γεμάτο ταβέρνες, υπάρχουν τρεις κάδοι σκουπιδιών. Οι διερχόμενοι, όταν ο καιρός είναι καλός, κρατάνε τη μύτη τους για να μην τους σπάσει τα ρουθούνια η μπόχα. Οι επισκέπτες του Μουσείου είναι πολύ λίγοι. Συνήθως μαθητές, που συνοδεύονται από τους δασκάλους τους. Υπάρχουν και μερικοί τουρίστες. Συνολικά, μαθητές και τουρίστες, δεν ξεπερνούν τα εκατό άτομα.

Στην Κωνσταντινούπολη, στην Αγία Σοφία, αλλά και στα διάφορα παλάτια των σουλτάνων, οι επισκέπτες είναι χιλιάδες, οι ουρές ατελείωτες και τα εισιτήρια πολύ ακριβά. Το ίδιο συμβαίνει και σε όλα τα άλλα μουσεία της Ευρώπης και της Αμερικής, όπου έχω πάει. Στο Μουσείο της Περγάμου, αίφνης, στο Βερολίνο, η ροή επισκεπτών είναι συνεχής. Και δεν μιλάω βέβαια για Ρώμη, Φλωρεντία, Λονδίνο και Νέα Υόρκη.

Αναρωτιέμαι: γιατί το Μουσείο της Ακρόπολης, που φιλοξενεί πραγματικούς θησαυρούς, έχει τόσο μικρή «πελατεία»; Γιατί στο Λούβρο, για να δει κανείς τη Νίκη της Σαμοθράκης ή την Αφροδίτη της Μήλου, πρέπει να έχει μέσον, που λέει ο λόγος, και μπόλικο χρόνο στη διάθεσή του; Μήπως επειδή εμείς οι υπερήφανοι Ελληνες είμαστε τελείως ανοργάνωτοι και χύμα και δεν μπορούμε να μοιράσουμε ούτε δυο γαϊδουριών άχυρα;

Ο ξεχωριστός συνάδελφος και επιτυχημένος πεζογράφος Τάκης Θεοδωρόπουλος, στο χρονογράφημά του στα «ΝΕΑ» (10 Ιανουαρίου), γράφει: «Διαβάζω ότι κοντά εννιά εκατομμύρια επισκέπτες πέρασαν φέτος τις πόρτες του Λούβρου. Η δε αύξηση επισκεψιμότητας του Πράδο και του Μουσείου της Βασίλισσας Σοφίας, στη Μαδρίτη της κρίσης, άγγιξε το 30%. Περίπου ίδιο ποσοστό αύξησης και πάνω από ένα εκατομμύριο επισκέπτες είχε φέτος και το μουσείο που στεγάζει την ιδιωτική συλλογή Τίσεν, επίσης στη Μαδρίτη (...) Το πρόβλημα είναι να καταλάβουμε γιατί εμείς, εδώ, είμαστε ανίκανοι να οργανώσουμε την έκθεση "Στο βασίλειο του Μεγάλου Αλεξάνδρου", που έσπασε φέτος ταμεία στο Λούβρο, ενώ φουσκώνουμε σαν γάλοι όποτε ακούμε να προφέρεται το όνομα Αλέξανδρος κι ας είναι κι ο ανιψιός μας...».

Πες τα χρυσόστομε Τάκη. Εχουμε στα χέρια μας Φειδία και Πραξιτέλη και δεν είμαστε ικανοί να μαζέψουμε χίλιους ανθρώπους την ημέρα για να θαυμάσουν τα έργα τους. Προφανώς, δεν φταίμε εμείς για την ανικανότητα, την τεμπελιά και τη βλακεία που μας δέρνουν, αλλά «φταίει ο ντουνιάς που μας μισεί...».

Disqus for Alternative Greek Politic Review