Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tου Mπαμπη Παπαδημηριου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tου Mπαμπη Παπαδημηριου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Βενιζέλου πομφόλυξ - Του Μπαμπη Παπαδημητριου

Υποθέτω ότι το πρόβλημα είναι δικό μου. Πάντως, δυσκολεύομαι, κάποιες στιγμές, να καταλάβω τι ακριβώς εννοεί ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Ζήτησε, για παράδειγμα, μετά τη συνάντησή του με τον Φώτη Κουβέλη, να «συγκροτηθεί μια εθνική διαπραγματευτική ομάδα». Γιατί όμως να χρειαζόμαστε, τώρα που θα έχουμε κυβέρνηση, μιαν άλλη ομάδα; Δεν θα μπορούσαμε να έχουμε συζητήσει μετά τις προηγούμενες εκλογές; Θα είχαμε κερδίσει κοντά δύο μήνες!

 Ο κ. Βενιζέλος εξήγησε ότι η διαπραγμάτευση θα αφορά στην «αναθεώρηση των δυσμενών όρων της δανειακής σύμβασης». Υπήρχαν λοιπόν «δυσμενείς όροι», σκέφτηκα, δικαιολογώντας όσους ούρλιαζαν προσπαθώντας να υποσχεθούν –και εκείνοι– ότι θα «σκίσουν» το Μνημόνιο! Ομως, ο πρόεδρος του υπό αναθεώρηση κόμματος εξήγησε τι ακριβώς εννοεί ως «δυσμενές». 

Είπε συγκεκριμένα: όρους «που μας επιβλήθηκαν, παρά τη βούλησή μας, σε πολλά σημεία στην πρώτη φάση της διαπραγμάτευσης». Υποθέτω ότι εννοεί τα περί των εργασιακών σημεία. Πράγματι, οι εμπειρογνώμονες της τρόικας είχαν αρχικώς επιμείνει ότι προκειμένου να πετύχουμε μια ταχεία επιστροφή σε καλύτερα επίπεδα ανταγωνιστικότητας, θα ήταν καλύτερο να μειωθεί ο κατώτατος μισθός και, ταυτοχρόνως, να καταργηθεί η 13η και 14η αμοιβή. 

 Εγινε το πρώτο και όχι το δεύτερο. Η εμμονή των «ξένων» δεν πέρασε. Αν και είχαν φθάσει να ζητούν μείωση του κατώτατου μέχρι και κατά 35%(!), ως αντιστάθμισμα στην άρνηση της κυβέρνησης να καταργήσει τους δύο επιπλέον μισθούς. Σε μια διαπραγμάτευση πρέπει να συμφωνήσουν και οι δύο. Αυτό είναι το πρόβλημα όταν ανοίγεις ξανά συζητήσεις που έφθασαν σε αποτέλεσμα έπειτα από πολύ δύσκολες συζητήσεις.

 Η μεγάλη διαφορά, τότε και τώρα, είναι τα... λεφτά. Τότε, περιμέναμε να «κλειδώσουμε» δάνεια 130 δισ. ευρώ, την εγγύηση των Ευρωπαίων για τη διεξαγωγή της ανταλλαγής ομολόγων, το περίφημο PSI και τη συμφωνία σε ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα προσαρμογής. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη διαπραγμάτευση που έγινε στη μεταπολεμική περίοδο, με την Ελλάδα γονατισμένη από τα λάθη διαδοχικών κυβερνήσεων και δεκάδων αμέριμνων πολιτικών. 

Αν ο κύριος στόχος σου είναι «να πάρεις τα λεφτά», και μιλάμε για «πολλά λεφτά», ξέρεις ότι θα κάνεις και υποχωρήσεις και συμβιβασμούς. Αυτό είναι το σωστό. Τώρα που έχουμε πάρει «τα λεφτά» μπορούμε να αξιοποιήσουμε καλύτερα τα περιθώρια. Που υπάρχουν επειδή είμαστε (ακόμη) μέλη της Ευρωζώνης. Ο κ. Αντ. Σαμαράς, το βράδυ της εκλογικής του επικράτησης, μίλησε για μέτρα ανάπτυξης και αντιμετώπισης της ανεργίας, τα οποία θα «προσθέσουμε στις υποχρεώσεις μας». Αυτό είναι απολύτως κατανοητό, σε σύγκριση μάλιστα από τους πομφόλυγες του πρώην υπουργού των Οικονομικών.

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Η ώρα του (σωστού) επιχειρηματία - Tου Mπαμπη Παπαδημητριου

Ποιoς θα (επανα)φέρει την οικονομία σε πορεία ανοδική; Οι επιχειρήσεις! Βεβαίως δεν θα το κάνει το κράτος, παρόλο που η τακτοποίηση των πληγών του, αποτελεί προϋπόθεση. Ούτε οι τράπεζες θα το κάνουν, παρόλο που η επαναρρύθμισή τους θα δώσει τη δυνατότητα να κυκλοφορήσει και πάλι χρήμα στην αγορά. Δυστυχώς, στην επιχειρηματική πλευρά πνέει άνεμος βαθύτατης απαισιοδοξίας. Οχι μόνον για όσα τρομερά έχουν συμβεί τους προηγούμενους 30 μήνες, αν ξεκινήσουμε το μέτρημα από το καλοκαίρι του 2008, όταν έσκασε και στην Ελλάδα η χρηματοοικονομική φούσκα και σταμάτησε η ομαλή κυκλοφορία των κεφαλαίων. Αλλά –και αυτό είναι το χειρότερο– γιατί δεν φαίνεται ο δρόμος που οδηγεί στην έξοδο από την κρίση.

Για πάρα πολλές επιχειρήσεις η πτώση που έφερε η κρίση ήταν αναμενόμενη. Κάποιες έτρεχαν στην κόψη του ξυραφιού, αφού ζούσαν με τους φόρους που παρακρατούσαν και το μειωμένο κόστος που τους εξασφάλιζε η παράκαμψη των νόμιμων διαδικασιών. Το παράδοξο είναι ότι η «γκρίνια» έχει μολύνει και τους πιο καλούς, τους πιο εργατικούς, τους πιο επίμονους και –κατά κανόνα– τους πιο νομιμόφρονες επιχειρηματίες. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι περισσότερες μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις της χώρας, στις οποίες εργάζεται το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων, δεν κάνουν δουλειές με το κράτος και επηρεάζονται από τα σκαμπανεβάσματα της διεθνούς αγοράς.

Αυτός ο κόσμος των (καλών) επιχειρήσεων αναρωτιέται αν αξίζει να συνεχίσει την προσπάθεια. Είναι πολλοί εκείνοι που έχουν ήδη κλείσει κάποια τμήματα από τις εργασίες τους, είναι οι άλλοι που κλείνουν το ένα «μαγαζί» για να κρατήσουν το άλλο και είναι επικίνδυνα πολλοί όσοι εξετάζουν την περίπτωση να σταματήσουν, ολότελα, τις δραστηριότητές τους.

Η έκβαση θα κριθεί από δύο παράγοντες. Ο ένας αφορά την επανένταξη του παράγοντα της εργασίας δίπλα στους επιχειρηματικούς στόχους και εξαρτάται από τον τρόπο που θα εφαρμοστούν οι νέες ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Ο δεύτερος, πιο κλασικός, έχει να κάνει με την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και απ’ αυτόν εξαρτάται το οξυγόνο που περιμένει, μετά το φθινόπωρο, η οικονομία.

Μένω, σήμερα, στον πρώτο. Ολοι πλέον αναγνωρίζουν την ανάγκη άμεσης μείωσης του κόστους. Επομένως, το κόστος εργασίας πρέπει να μειωθεί και με άλλους τρόπους εκτός από τη μείωση της απασχόλησης. Σημαίνει επίσης ότι η αναδιοργάνωση θα φέρει μικρότερα περιθώρια κέρδους, οριζόντιες και κάθετες συνεργασίες, επιθετικότερη εμπορική πολιτική, αναζήτηση νεωτερισμών και παραγωγικές επενδύσεις.

Η πρώτη –θα έλεγα ενστικτώδης– αντίδραση, τώρα που κατάλαβαν, είναι να παραπονεθούν γιατί δεν επιβλήθηκε με νόμο η άμεση μείωση των αμοιβών. Οι περισσότεροι επιχειρηματίες θα προτιμούσαν να βάλουν τον δικηγόρο ή τον λογιστή τους να δείξει στο σωματείο και στον καθένα εργαζόμενο τον νόμο «που έφτιαξε ο κακός πολιτικός» και που τον υποχρεώνει να του μειώσει τις αποδοχές. Ετσι είχαν συνηθίσει, έτσι το θέλουν και τώρα. Οι ρυθμίσεις του δεύτερου μνημονίου απαιτούν δημιουργικότητα, διάλογο και ευρηματικότητα. Ο σωστός επιχειρηματίας θα φανεί στη φουρτούνα. Οχι μόνον όταν χρειάζεται να βρει αγοραστές αλλά και όταν θα βρει τρόπους να πείσει τον εργαζόμενο ότι αξίζει να κερδίσουν, μαζί, τη μάχη της ανάπτυξης.

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Η ανάπτυξη στα χέρια του ιδιωτικού τομέα - Του Μπαμπη Παπαδημητριου

Πότε ένα κράτος διαθέτει μια επιτυχημένη οικονομία; Οταν δημιουργεί μεγάλο διαθέσιμο πλούτο. Αρκεί; Βεβαίως όχι: χρειάζεται και μια δίκαιη διανομή του εισοδήματος που προκύπτει από το παραγόμενο προϊόν. Εντάξει τώρα; Περίπου, γιατί πρέπει να υπάρχει η διαβεβαίωση ότι η συγκριτική αξία του κτηθέντος εισοδήματος θα παραμένει σταθερή, δηλαδή ότι οι κίνδυνοι πληθωρισμού, φόρων και καθίζησης της αγοράς αξιών είναι μικροί και ελεγχόμενοι. Αρκούν τα προηγούμενα; Οχι, ακριβώς! Χρειάζεται να διασφαλιστούν οι προϋποθέσεις αυτοτροφοδοτούμενης ανάπτυξης.

Είναι καιρός να προσπεράσουμε το δίπολο Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο. Κανείς δεν βρήκε πειστικό τρόπο να αντιπαρατεθεί στη λογική των μέτρων οικονομικής πολιτικής που περιγράφηκαν με τα δύο Μνημόνια. Προφανώς, απόρριψη μέτρων πολιτικής είναι αναμενόμενη απ' όσους θίγονται. Δεν σημαίνει όμως ότι έχουν μια άλλη πολιτική, διαφορετικά μέτρα, ισάξιου αποτελέσματος. Ισχυριζόμενος ότι δεν πρέπει να αλλάξει τίποτε σε ό, τι με αφορά, δεν βελτιώνω σε κάτι την κατάσταση.

Η διάκριση που πρέπει να γίνει είναι μάλλον απλή. Ενα βασικό πρόβλημα στο πρώτο Μνημόνιο ήταν το μπέρδεμα μεταξύ μέτρων που αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση της δημοσιονομικής ανισορροπίας και εκείνων που αντιμετωπίζουν παλαιότερα και (πιο σπάνια...) νεότερα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας. Η κυβέρνηση Παπανδρέου δεν γνώριζε, δεν είχε την πεποίθηση να το κάνει. Οι τεχνοκράτες της τρόικας δεν διέθεταν την πολιτική κουλτούρα να το σκεφτούν. Επιπλέον, δεν γνώριζαν επαρκώς την ελληνική πραγματικότητα ούτε βρήκαν στην Αθήνα χείρα βοηθείας.

Στο δεύτερο Μνημόνιο επιχειρήθηκε μια κάποια διόρθωση αυτής της σημαντικής ατέλειας. Η διάκριση μεταξύ της οφειλόμενης συνέχειας, που απαιτεί η ολοκλήρωση της δημοσιονομικής διόρθωσης, της ανασυγκρότησης του τραπεζικού συστήματος, που χρειάζεται μετά το «κούρεμα» των κρατικών ομολόγων και των μέτρων αναδιάρθρωσης είναι πιο σαφής. Παρά ταύτα, πρόγραμμα μακροχρόνιας αναδιοργάνωσης της ελληνικής οικονομίας, ακόμη, δεν διαθέτουμε. Επειδή, μάλιστα, ο χρόνος εκπνοής του παρόντος προγράμματος είναι μάλλον σύντομος, το 2015, είναι απαραίτητο η Βουλή να διοργανώσει τη συζήτηση για τον Προγραμματισμό στον ορίζοντα μιας δεκαετίας. Ηδη η Ευρωπαϊκή Ενωση εκπονεί προγράμματα με τον γενικό ορίζοντα 2020. Στην περίπτωσή μας, με την (ευνοϊκή) υπόθεση ότι θα αποκαταστήσουμε μια «φυσιολογική» σχέση με τις αγορές το 2015, ο ορθολογικός ορίζοντας προγραμματισμού μεγάλων αλλαγών και ανάδειξης νέων πλουτοπαραγωγικών ικανοτήτων για το έθνος είναι το 2025.

Οι αλλαγές πρέπει να επιχειρηθούν παράλληλα στον κρατικό και ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Το κράτος οφείλει να αλλάξει όσα το αφορούν και, ταυτοχρόνως, να αποσυρθεί στον μέγιστο βαθμό όπου συνυπάρχει με τον ιδιωτικό τομέα. Οι κρατικές δραστηριότητες είναι πλέον «αυτοχρηματοδοτούμενες» με την έννοια ότι μόνον και όταν κατορθώνει να συλλέξει τους αναλογούντες φόρους θα μπορεί να συνεχίζει την όποια δραστηριότητά του. Ο κανόνας είναι εντελώς καινούργιος για ολόκληρη την παρούσα δημόσια διοίκηση. Είναι μάλιστα «επαναστατικός» για το πολιτικό προσωπικό της χώρας, το οποίο θεωρεί υποχρέωσή του να αναλαμβάνει «πολιτική πρωτοβουλία» ή να «περνά νόμους», χωρίς αυτά όλα να συναρτώνται με την απαραίτητη χρηματοδότησή τους. Η νέα υποχρέωση του κράτους να έχει, για πάρα πολλά χρόνια μπροστά, πρωτογενές πλεόνασμα και, επομένως, δεν πρόκειται να ξαναδανειστεί, θα αλλάξει τόσο δραστικά την έννοια της πολιτικής, που κανείς δεν μπορεί, αυτή τη στιγμή, να το φανταστεί. Μεταξύ 1994 και 2010, η Ελλάδα μοίρασε δικαιότερα το διαθέσιμο εισόδημα. Ο συντελεστής Gini, που επιτρέπει μια πειστική μέτρηση της κατανομής, πήγε από το 37,4 στο 32,9. Το ίδιο δείχνει και ο άλλος δείκτης κατανομής (σε πεντημόρια) που δείχνει ότι η σχέση μεταξύ μεγαλύτερου και μικρότερου εισοδήματος μειώθηκε από 7,6 σε 5,6 φορές. Ο κρατικός τομέας διαδραμάτισε βεβαίως σημαντικό ρόλο σε αυτήν την πρόοδο. Τελικά όμως και την εμπόδισε και, το χειρότερο, τη δυναμίτισε δημιουργώντας παντού (υγεία, άμυνα, παιδεία, ασφαλιστικό) χρέη και κακοδιοίκηση.

Είναι αξιοπρόσεκτο πως όσες χώρες άλλαξαν τις αγορές εργασίας και το ασφαλιστικό τους σύστημα σε κατευθύνσεις όπως αυτές που σήμερα θέλει να υιοθετήσει και η Ελλάδα, εμφανίζουν καλύτερους δείκτες «ισότητας». Είναι οι ίδιες που έχουν ισχυρά ομόλογα και σταθερό τραπεζικό σύστημα. Η Ελλάδα είναι καλύτερη μόνον από τις βαλκανικές και άλλα πρώην «σοβιετικού τύπου» κράτη.

Ο ιδιωτικός τομέας αναπτύχθηκε στη σκιά του κράτους. Στα επόμενα χρόνια θα έχει την απόλυτη πρωτοβουλία. Τόσο στην αύξηση του παραγόμενου πλούτου, αλλά και στην καλή και δίκαιη διαχείρισή του. Οι διαρθρωτικές αλλαγές θα μεγαλώσουν την «πίτα», θα εμπεδώσουν την ανάπτυξη και, κυρίως, θα δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες επιχειρηματικότητας, νέων προϊόντων και υπηρεσιών και, τελικά, νέων εισοδημάτων. Η ευθύνη θα περάσει στα χέρια του ιδιωτικού τομέα. Είναι επαρκώς προετοιμασμένος για να την αναλάβει; Η απάντηση δεν είναι αυτονοήτως θετική. Ενας λόγος ακόμη να συνεργαστούμε για την ανάπτυξη.

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Να διαψεύσουμε τον κ. Τόμσεν - Του Μπαμπη Παπαδημητριου

Πρόσφατα, ο Πολ Κρούγκμαν, νομπελίστας οικονομολόγος και εξαίρετος αρθρογράφος των «Τάιμς της Νέας Υόρκης», σημείωσε στο ηλεκτρονικό σημειωματάριό του πότε η βασική πρόταση του κεϋνσιανισμού μετατρέπεται σε παρωδία. Οι παρατηρήσεις του είναι πολύ χρήσιμες, κυρίως σε εκείνους που σπεύδουν να τον χρησιμοποιήσουν ως επιχείρημα υπέρ της διατήρησης του μεγάλου και σπάταλου ελληνικού κράτους.

Λέει ο Κρούγκμαν. Σκεφτείτε τις διαφορές μεταξύ τριών προτάσεων. Η πρώτη: «Το κρατικό έλλειμμα είναι παράγοντας ανάπτυξης, αν όλα τα άλλα μεγέθη μείνουν σταθερά». Δεύτερη πρόταση: «Το έλλειμμα είναι παράγοντας ανάπτυξης, σε κάθε περίπτωση». Και τρίτη: «Μόνον το έλλειμμα αποτελεί παράγοντα ανάπτυξης».

Οπως εξηγεί ο καθηγητής, μόνον την πρώτη πρόταση μπορεί κανείς να θεωρήσει συνεπή με την κεϋνσιανή προσέγγιση. Η δεύτερη είναι «πολύ απλά, ηλίθια», σημειώνει. Και συμπληρώνει: «Είναι όμως αυτό που συνήθως βλέπει κανείς να λέγεται στα εκ του προχείρου σχόλια που ανταλλάσσονται με πάθος στο Ιντερνετ. Αν ήταν αλήθεια, η ελληνική οικονομία θα είχε την αξία ενός θαύματος». Η τρίτη πρόταση είναι ακόμη χειρότερη, καταλήγει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Πρίνστον. Ακόμη όμως και αν ξεκαθαρίσουμε τι πραγματικά λέει η κεϋνσιανή προσέγγιση, το πρόβλημα με την υπερβολική ύφεση της Ελλάδας δεν θα έχει αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά. Γιατί είναι αλήθεια πως ακόμη και μετά τον Απρίλιο, όταν, όπως όλοι ελπίζουν πλέον, η Ελληνική Δημοκρατία θα έχει «γυρίσει» το τεράστιο χρέος της, η πιθανότητα να επιστρέψει σε αναπτυξιακή ροπή παραμένει εξαιρετικά μικρή.

Ο λόγος είναι μάλλον απλός: το Νέο Οικονομικό Πρόγραμμα, γνωστό ως Μνημόνιο 2, δεν περικόπτει επαρκώς τις ανάγκες του κράτους. Ως αποτέλεσμα, η φορολογική αφαίμαξη θα συνεχιστεί. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν το νέο εισόδημα του παραγωγικού τομέα, δηλαδή του επιχειρηματικού τομέα (αν και όχι ολόκληρου), θα είναι επαρκές για να υποκαταστήσει τη ζήτηση, την οποία συντηρούσε το τεράστιο κρατικό έλλειμμα. Λογικά, όλοι οι έμπειροι οικονομολόγοι παρατηρούν ότι το νέο μείγμα οικονομικής πολιτικής «δεν πρόκειται να έχει αποτέλεσμα».

Ας θυμίσουμε μερικά βασικά νούμερα, όπως επιμένουμε να κάνουμε τον τελευταίο καιρό. Στα σχεδόν 30 χρόνια, από το τέλος της μεγάλης προηγούμενης (1979) μέχρι την παρούσα μεγαλύτερη κρίση (2008), η ελληνική οικονομία μεγάλωσε με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,2%. Αυτόν ακριβώς που χρησιμοποιούν και οι εμπειρογνώμονες του Νομισματικού Ταμείου στην απόρρητη Ανάλυσή τους περί της Βιωσιμότητας του Δημοσίου Χρέους (DSA), επί της οποίας έγιναν οι συζητήσεις στο ολονύκτιο Eurogroup.

Η εκτίμηση αυτή είναι ορθή από την πλευρά της ποσοστικής ανάλυσης. Θα ήταν όμως λάθος να στηρίξουμε στα ποιοτικά της χαρακτηριστικά την πρόβλεψή μας για όσα μπορεί να επιτύχει η εθνική μας οικονομία τα αμέσως επόμενα χρόνια. Πράγματι, πρόκειται για μια περίοδο με πολλές διαφοροποιήσεις, από τη μία δεκαετία στην επομένη.

Ετσι, στην καταστροφική πρώτη δεκαετία του Αντρέα Παπανδρέου (1980 - 1989), η οικονομία αναπτύχθηκε με μέσο ρυθμό του ΑΕΠ μόλις 0,8%. Πρακτικώς, χάθηκε μία δεκαετία στη διάρκεια της οποίας η Ελλάδα κατέστησε τα διαρθρωτικά της προβλήματα οξύτερα, καθιέρωσε την κρατικο-επιχειρηματική διαφθορά και μεγάλωσε την απόστασή της από τα άλλα κράτη της Ευρώπης.

Στην επόμενη δεκαετία, χάρις στο άνοιγμα του τραπεζικού τομέα (1987 - 1992), στην κατάργηση των δασμών στο εξωτερικό εμπόριο (1992 - 93) και στην απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων (1992 - 94), η ανάπτυξη ανέβηκε στο 1,9%. Το αποτέλεσμα θα ήταν ακόμη καλύτερο αν δεν είχε επιβληθεί λιτότητα στον ιδιωτικό τομέα, προκειμένου να περιοριστεί το κρατικό έλλειμμα, χωρίς πάντως να μειωθεί πραγματικά το μέγεθός του, παρά το επιτυχημένο πρώτο κύμα ιδιωτικοποιήσεων.

Η τρίτη δεκαετία ξεχωρίζει. Το εγχώριο προϊόν αυξήθηκε με μέσο ρυθμό 3,2%. Αν μάλιστα ξεχωρίσουμε την περίοδο από τη σταθεροποιητική υποτίμηση του Μαρτίου 1998 μέχρι και ολόκληρο το 2007, η Ελλάδα εμφανίζει αύξηση του ΑΕΠ λίγο μεγαλύτερη από 4% ετησίως. Ο κύριος παράγοντας ήταν η σταθερότητα του νομίσματος και η διάθεση νέων δανείων προς την οικονομία. Αρχικώς, το 1998, ορίστηκε η κεντρική ισοτιμία εγκατάλειψης της δραχμής. Στη συνέχεια, «κλείδωσε» η εισαγωγή του ευρώ (2002). Μέχρι την κρίση του παγκόσμιου, ευρωπαϊκού και ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, τον Οκτώβριο 2008, η Ελλάδα είχε αλλάξει εκπληκτικά.

Αυτό ακριβώς χρειαζόμαστε και τώρα. Επειδή όμως το νέο χρήμα θα είναι μετρημένο, χρειάζεται μια θελκτική αναπτυξιακή ιστορία. Η μόνη ρεαλιστική είναι η μεταβίβαση από το κράτος προς τον ιδιωτικό τομέα ενός πλήθους δραστηριοτήτων και υπηρεσιών. Ετσι θα μειωθούν οι φόροι. Και ταυτοχρόνως, θα γίνουν οι σημαντικές επενδύσεις που απαιτούνται σε όλους τους τομείς στους οποίους το κράτος θα σταματήσει να ασκεί τον αντιπαραγωγικό του έλεγχο. Οι ευκαιρίες που θα δημιουργηθούν θα φέρουν νέα δάνεια και θα δημιουργήσουν νέα εισοδήματα. Ενας ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ που θα διαψεύσει τον κ. Τόμσεν είναι εφικτός. Αρκεί να πάμε στην άλλη κατεύθυνση από εκείνη που δείχνουν οι αμετανόητοι κρατικοδίαιτοι κρατιστές.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Ναι, είναι και οι μισθοί - Tου Mπαμπη Παπαδημητριου

Στο Μνημόνιο Οικονομικών και Χρηματοπιστωτικών Πολιτικών και στην πρώτη παράγραφο σημειώνεται: «Παρ’ ότι έχει σημειωθεί πρόοδος από το 2010 στον περιορισμό του ανά μονάδα προϊόντος κόστους εργασίας, η εκτιμώμενη υπερτίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας (ΠΣΙ) ανέρχεται ακόμη σε περίπου 15% - 20%». Η διατύπωση είναι περίπλοκη και ξαφνιάζει. Τι έννοια έχει η επανεμφάνιση της ισοτιμίας;

Ακόμη και όταν οι συναλλαγές γίνονται σε σταθερό νόμισμα, δηλαδή σε ευρώ, η ικανότητα κάθε οικονομίας να παραμείνει ανταγωνιστική στην τόσο κρίσιμη, για το διεθνές εμπόριο, σχέση «Τιμή προς Ποιότητα» διαφέρει. Πίσω από την κοινή διαπίστωση, σύμφωνα με την οποία «η Ελλάδα είναι μια πανάκριβη χώρα» βρίσκεται αυτό ακριβώς το πρόβλημα, μιας χώρας με συνεχώς χαμηλότερη διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Βεβαίως, στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα έχασε έδαφος κατά 17% - 20% (2001 - 2008) εμπεριέχεται ένα 12,5% που οφείλεται στην κατά 36% ανατίμηση του ευρώ έναντι των άλλων νομισμάτων. Συμπέρασμα, ζούμε σε μια ζώνη σούπερ σκληρού νομίσματος, με τα καλά της (φθηνότερες πρώτες ύλες, πετρέλαιο κ.λπ.) και τα αρνητικά της (φθηνότερες εισαγωγές).

Ολα αυτά θα ήσαν αδιάφορα στους πολλούς από εμάς αν το Μνημόνιο δεν τα συνέδεε τόσο άμεσα με το κόστος εργασίας, δηλαδή με τους μισθούς μας, δηλαδή με την ικανότητά μας να συντηρήσουμε το επίπεδο κατανάλωσης και, για πολύ λιγότερους, της αποταμίευσης. Δυστυχώς, η προσέγγιση αυτή είναι ρεαλιστική. Ο κύριος συντελεστής τον οποίο μπορεί μια επιχείρηση και, γενικότερα, ένας οικονομικός οργανισμός να επηρεάσει είναι ακριβώς το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Δεν πρόκειται, βεβαίως, για τη μισθολογική δαπάνη μιας εμπορικής επιχείρησης. Αθροίζοντας τους μισθούς ενός καταστήματος, ξεχνάμε ότι όλα τα προϊόντα που περνούν από τα ράφια και τις αποθήκες της, οι υπηρεσίες που τιμολογεί ως κόστος μεταφοράς, ηλεκτρικού κ.ά. εμπεριέχουν κόστος εργατικό. Ο σωστός υπολογισμός δείχνει πως το 70% του κόστους που έχουν οι ελληνικές επιχειρήσεις αφορά κόστος εργασίας.

Κάπως έτσι καταλήγουμε στα μεροκάματα των συλλογικών συμβάσεων. Ξεκινήσαμε το 2002, με την κατώτατη μηνιαία αμοιβή της εθνικής σύμβασης στα 490 ευρώ. Σήμερα βρίσκεται στα 751 ευρώ. Βελτιώθηκε κατά 54%. Στην ίδια χρονική περίοδο, ο πληθωρισμός έδειξε αύξηση του επιπέδου των τιμών κατά 34%. Η διαφορά, συμπτωματικά, είναι εκεί όπου εκτιμάται και η απώλεια ανταγωνιστικότητας, παρ’ όλο που δεν υπάρχει ευθεία σύνδεση μεταξύ των δύο δεικτών.

Μικρό μόνον μέρος των εργαζομένων πληρώνεται με τον κατώτατο βασικό. Οι περισσότεροι πάνε με τις κλαδικές. Που είναι πιο ψηλά και, κυρίως, «τρέχουν» γρηγορότερα. Για παράδειγμα, ένας δημοσιογράφος που είχε προσληφθεί το 2002 με 710 ευρώ (9.940 ευρώ τον χρόνο) είχε φθάσει το 2010 στα 1.502 ευρώ, εφ’ όσον δεν άλλαξε εργοδότη. Η αμοιβή μεγαλώνει με τον γάμο (+10%), ένα παιδί (+5%) ή ένα πτυχίο ανωτάτης (+10%) και φθάνει στα 1.878 ευρώ ή 26.292 ευρώ τον χρόνο. Είναι αδύνατο, μέσα σε δέκα χρόνια, να επιτύχουν, επιχείρηση και εργαζόμενος, μια τόσο μεγάλη αύξηση παραγωγικότητας. Ακόμη λιγότερο, τη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας!


Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Οι «εταίροι» χωρίς την... κουκούλα - Tου Mπαμπη Παπαδημητριου

Σύμφωνα με το μέλος της διοίκησης και στέλεχος του Συνασπισμού, «κουκουλοφόροι είναι οι ξενοδόχοι επειδή μιλούν κατευθείαν με την τρόικα, όταν δεν είναι εταίροι». Οι χαρακτηρισμοί είναι εύκολοι στη χώρα μας. Αλλωστε, ο καταγγέλλων είχε καταγγελθεί ως «φασιστοειδές και τραμπούκος».

Σύμφωνα πάντοτε με τον «εκπρόσωπο» των εταίρων, οι ξενοδόχοι, που δεν κάθονται στο τραπέζι, διαπράττουν τη «μεγαλύτερη λαμογιά, μεγαλύτερη εκμετάλλευση και παραβίαση της εργοδοτικής νομοθεσίας». Δεν διευκρίνισε ποιοι απ’ αυτούς. Οι πεντάστεροι, τα «οικογενειακά του Φαλήρου», τα rooms to let ή όσοι ξεπουλούν με τα all inclusive; Ελληνες ή ξένοι; Ο Γ. Παναγόπουλος, πρόεδρος της ΓΣΕΕ, μιλούσε... χωρίς τον ξενοδόχο, αν σκεφτεί κανείς πόσο μεγάλο μερίδιο του εθνικού πλούτου και απασχόλησης υπάρχει εκεί. Oύτως ή άλλως, η εκπροσώπηση στο τραπέζι είναι προβληματική. Λείπουν οι άνεργοι.

Ετσι κι αλλιώς, μπροστά στην καταστροφή που έχει προκαλέσει η μακρόχρονη θητεία γραφειοκρατών του πατερναλιστικού συνδικαλισμού, παρόμοιες λεπτομέρειες μπορούν να μείνουν στο τέλος. Προηγείται η μανία των πολιτικών διώξεων. Η ύβρις είναι εύκολη. Δύσκολη είναι η πρακτική και τεκμηριωμένη σκέψη για τις μεθόδους και τις αλλαγές που θα προσφέρουν στην παρηκμασμένη οικονομία, ευκαιρίες για μεγέθυνση και μεγιστοποίηση του συλλογικού πλούτου. Νομίζω πως η κοινωνία έχει περισσότερους λόγους να αποσύρει την εμπιστοσύνη της από τους κοινωνικούς εταίρους, παρά να τους αφήσει να πάρουν αποφάσεις σε κρίσιμα ζητήματα. Ο πρωθυπουργός Παπαδήμος έπραξε το τυπικώς ορθόν όταν τους ζήτησε να συζητήσουν το θέμα του εργασιακού κόστους στην προοπτική βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας.

Αποδοτικό, για τον τόπο, χρήσιμο υπό τις παρούσες περιστάσεις, θα ήταν ένας βραχύς διάλογος, δύο εβδομάδων, τη διεύθυνση του οποίου θα έχει η κυβέρνηση. Αν οι «εταίροι» είχαν πάρει στα σοβαρά τον ρόλο τους, θα είχαν φροντίσει να καταστήσουν ευέλικτη την αγορά εργασίας, ώστε η εθνική οικονομία να ανταποκριθεί με μεγαλύτερη επιτυχία στην επείγουσα ανάγκη προσαρμογής. Αντιθέτως, αδιαφόρησαν επιδεικτικά, δίνοντας προτεραιότητα στην κατοχύρωση των υπαρχουσών ευνοϊκών ρυθμίσεων.

Σύμφωνα με τους επιθεωρητές εργασίας, το 1/3 της προσφερόμενης εργασίας γίνεται στη «μαύρη» αγορά. Δηλαδή, ανασφάλιστη, αφορολόγητη και επικίνδυνη. Στο τραπέζι των «εταίρων», η σκληρή πραγματικότητα της υπερβολικής εκμετάλλευσης των μεταναστών, η κατασπατάληση των πόρων των ταμείων υγείας, η υπερπροστασία μιας αριστοκρατίας σε επιχειρήσεις του δημόσιου ή του πρώην δημόσιου τομέα, δεν βρίσκουν κανένα χώρο συζήτησης.

Απόδειξη της ανικανότητας του κύκλου του «εταίρων» είναι ότι έχουν προσδεθεί στη διατήρηση μιας Συλλογικής Σύμβασης, η οποία δεν εξυπηρετεί την επανεκκίνηση της οικονομίας. Συντάχθηκε αγνοώντας πως το κράτος είχε «πέσει έξω» και η τύχη της οικονομίας κρεμόταν από το Μνημόνιο. Το μόνο που, ενδεχομένως, επιτυγχάνει είναι να προφυλάσσει τα περιθώρια κέρδους των επιχειρηματιών και τις αμοιβές όσων έχουν, ακόμη, εργασία. Είναι άδικο!

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Ενα νέο πλαίσιο για τους μισθούς - Του Μπαμπη Παπαδημητριου

Ας υποθέσουμε ότι οι μισθοί στον ανταγωνιστικό τομέα της οικονομίας δεν είχαν «φουσκώσει» τα τελευταία πολλά χρόνια. Αν αυτό είχε συμβεί, προφανώς δεν θα υπήρχε θέμα σήμερα να «ξεφουσκώσουν». Παρά ταύτα, οι καπιταλιστικές οικονομίες αντιμετωπίζουν σε τακτά διαστήματα κρίσεις. Κρίσεις που, ανεξαρτήτως του σημείου εκκίνησης, χτυπούν τα κέρδη των επιχειρήσεων και μειώνουν τις αμοιβές εργασίας.

Ολες οι κρίσεις, όμως, δεν έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά. Εξελίσσονται σε ποικίλες φάσεις. Χωρίς να ακολουθούν ένα προκαθορισμένο πρότυπο. Οσο περισσότερα «νεωτεριστικά» στοιχεία εμφανίζουν τόσο δυσκολότερη είναι η αντιμετώπισή τους. Αν οι κρίσεις ήταν τυπικές, όπως πιστεύουν κάποιοι, τότε και οι κοινωνίες θα μπορούσαν να τις αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερη επιτυχία.

Η παρούσα κρίση δεν ήταν ξαφνική. Είχε προετοιμαστεί με την κατάρρευση της χρηματιστηριακής φούσκας του 2000. Μεγάλωσε όταν η φούσκα των ακινήτων απείλησε την αλυσίδα των τοποθετήσεων, το 2006, για να υποχωρήσει, αρχικώς, με την πολιτική χαλαρής ρευστότητας. Οταν, πλέον, το φθινόπωρο του 2008 η κρίση έγινε ανοιχτή και πραγματικά επικίνδυνη. Τα κράτη έσπευσαν να βοηθήσουν ακόμη περισσότερο και η κρίση γενικεύθηκε.

Σε περίοδο κρίσης, η μείωση της δαπάνης για αμοιβές αποτελεί μια, δυστυχώς, αναμενόμενη συνέπεια. Αποτελεί θέμα της κοινωνίας, δηλαδή της πολιτικής, ο τρόπος με τον οποίο θα κατανεμηθεί η δύσκολη περίοδος της κάμψης. Η ελληνική αντίδραση ήταν από οικονομική άποψη ακατάλληλη, αλλά απαράδεκτη για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης.

Οι αποκαλούμενοι κοινωνικοί «εταίροι» συμφώνησαν να αγνοήσουν το πρόβλημα της ανεργίας και να μοιράσουν περισσότερα εισοδήματα μεταξύ όσων θα διατηρούσαν τις θέσεις τους. Η Συλλογική Σύμβαση του 2010 αποτελεί μνημείο κοινωνικού εγωισμού και αφελούς απόκρυψης της πραγματικότητας. Επιπλέον, με τη Σύμβαση, οι «εταίροι» προσποιήθηκαν ότι αγνοούν τις επιπτώσεις που θα είχε στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς η μείωση των αμοιβών του κρατικού τομέα, όπως άλλωστε και το «κούρεμα» των συντάξεων.

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν δεν είχαμε φορτώσει την οικονομία με την καταναλωτική φούσκα, την οποία τροφοδοτήσαμε με ασυγκράτητο δανεισμό του κράτους και των ιδιωτών, και πάλι θα υποφέραμε από τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος. Γιατί κρίση χωρίς δυσάρεστες επιπτώσεις για την εξαρτημένη εργασία δεν υπάρχει.

Για όλους αυτούς τους λόγους η ζήτηση θα υποχωρούσε και αυτό ακριβώς συνέβη. Θα υποχωρούσε ακόμη και αν δεν είχαν περικοπεί τα εισοδήματα στον κρατικό τομέα και ορισμένες ΔΕΚΟ. Η απώλεια εμπιστοσύνης σε ό, τι αφορά την ασφάλεια των χρηματικών επενδύσεων δέσμευσε, όπως ήταν λογικό, τη διαθέσιμη ρευστότητα και, σε κάθε περίπτωση, μείωσε δραστικά τη ροπή προς κατανάλωση.

Η οικονομία μας στηρίζεται κυρίως στις συναλλαγές που κάνουμε μεταξύ μας. Μικρό μόνο μέρος των συναλλαγών γίνεται με τις διεθνείς αγορές. Επιπλέον, όσα αγαθά και υπηρεσίες αντιμετωπίζουν τον διεθνή ανταγωνισμό έχουν ελάχιστες πιθανότητες επιβίωσης. Το πρώτο ζήτημα στο κεφάλαιο «ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας» είναι η βελτίωση της ποιότητας των εγχωρίως παραγομένων προϊόντων, έναντι των ομοίων που εισάγουν οι έμποροι της καταστροφής.

Η βελτίωση της συγκριτικής θέσης των ελληνικών προϊόντων είναι θέμα τιμής. Ιδιαίτερα επειδή η αξία που προστίθεται από τα ελληνικά χέρια και το γηγενές κεφάλαιο είναι περιορισμένη. Από την αξία ενός προϊόντος μπορούμε να επηρεάσουμε ό, τι δεν είναι εισαγόμενες πρώτες ύλες, δικαιώματα τεχνογνωσίας και άλλα συναφή του εξωτερικού προϊόντα και υπηρεσίες. Ομως, το μεγαλύτερο κομμάτι της προστιθέμενης αξίας είναι οι μισθοί. Και ό, τι απομένει αφορά τη δαπάνη για φόρους ή, γενικότερα, το κόστος του κράτους.

Οι «πανέξυπνοι» της κυβέρνησης, της τρόικας και των «εταίρων», αντί να κάνουν τα πάντα για να βοηθήσουν τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν την κρίση, κατόρθωσαν να αυξήσουν το κόστος όλων των συντελεστών της παραγωγής. Οπως ήταν επόμενο, χωρίς χρηματοδοτική υποστήριξη, με τη ζήτηση να υποχωρεί, η επιχειρηματική διαδικασία κατέρρευσε, και μαζί της κατέρρευσε η αγορά εργασίας.

Τις ημέρες πριν συμφωνηθούν τα μέτρα που τελικώς περιέλαβε το Μνημόνιο, οι άνθρωποι του Ταμείου και της Επιτροπής επιχείρησαν να εξηγήσουν ότι η προσαρμογή απαιτεί μειώσεις των αμοιβών και στον ιδιωτικό τομέα. Γρήγορα όμως υποχώρησαν μπροστά στην καθολική άρνηση κυβέρνησης, σωματείων και πολιτικού κόσμου.

Είναι επείγουσα ανάγκη να ανοίξει συντεταγμένα η συζήτηση με στόχο να διαμορφωθεί ένα εντελώς νέο πλαίσιο για την αγορά εργασίας. Οι χώρες που τόλμησαν να το κάνουν, σχεδόν όλες στα μέσα της δεκαετίας του ’90, έχουν μικρότερη ανεργία, τα ασφαλιστικά και τραπεζικά τους συστήματα είναι πιο ανθεκτικά και, επιπλέον, διαθέτουν αξιολόγηση τριπλού «Α», η οποία τις προστατεύει από τις σοβαρότερες επιπτώσεις της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους. Χρόνος υπάρχει και οι εταίροι μας θα αποδεχθούν μια ομόφωνη δέσμευση. Αρκεί να σοβαρευτούμε, να ορίσουμε τους καλύτερους και να αποδείξουμε ότι εμείς οι Ελληνες είμαστε ικανοί να επιτυγχάνουμε το καλύτερο χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείψουμε τη χώρα.

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Αμοιβές χωρίς «προστασία» - Tου Mπαμπη Παπαδημητριου

Μαθαίνουμε ότι οι κοινωνικοί «εταίροι» συμφωνούν πως δεν υπάρχει κανείς λόγος να αλλάξει ο κατώτατος ή εισαγωγικός μισθός. Παρόμοια αυθόρμητη συμφωνία μεταξύ συνδικαλιστών της εργοδοσίας και των απασχολουμένων προξενεί την απορία πολλών. Είναι βεβαίως αλήθεια ότι μικρό μόνον μέρος των εργαζομένων, περίπου 1 στους 10 ή 1 στους 15, αναλόγως τους υπολογισμούς, πληρώνεται με 10,5 χιλιάδες ευρώ, ποσό στο οποίο ανέρχεται η ετήσια ακαθάριστη αμοιβή.

Από αυτά, «στο χέρι» μένουν 8.800, ποσό μειωμένο κατά 16% περίπου από το προηγούμενο. Λίγα ή λιγότερα, κάποτε ίσως να φτάνουν κιόλας, η κατάσταση είναι διαφορετική για τον καθένα. Μάθαμε να λέμε ότι από εκεί θα ξεκινήσει κανείς, αλλά γρήγορα, κάθε τριετία, ο μισθός θα «ωριμάζει» μαζί με τον εργαζόμενο, ακόμη κι αν τίποτε άλλο, στη θέση, στην ευθύνη, στις ικανότητες, στα κέρδη ή στις ζημίες δεν αλλάξει για τον εργαζόμενο ή την επιχείρησή του. Θα μεγαλώνει μάλιστα γρηγορότερα αν, με το καλό, ξεκινήσει οικογένεια, λόγω του σχετικού επιδόματος.

Για την επιχείρηση πάλι, το κόστος της εργασίας που προσέφερε στον εργαζόμενο είναι πολύ ακριβότερο, λόγω της μεταφοράς πόρων προς το κράτος. Αν μείνουμε στην εισαγωγική ή κατώτατη ή ελάχιστη αμοιβή, στα βιβλία της εταιρείας θα γραφτεί δαπάνη 13,5 χιλιάδων, μεγαλύτερη κατά 53% εκείνης που καταλήγει «στην τσέπη» του εργαζομένου. Η διαφορά πηγαίνει σε φόρους, κρατήσεις για τη σύνταξη, κύρια και επικουρική, ασφάλιση υγείας, ανεργίας και εργατικής εστίας. Πρόκειται για το «μη μισθολογικό κόστος» στο οποίο αναφέρονται οι «κοινωνικοί εταίροι».

Θεωρείται, στις εκ του προχείρου συζητήσεις που κάνουμε με παροιμιώδη επιμονή, ότι η διαφορά μεταξύ «τσέπης» και «κόστους» θα μπορούσε να μειωθεί συνταρακτικά. Με τον τρόπο αυτόν, σκέφτονται πολλοί, θα μειωθεί το κόστος της επιχείρησης και η ανταγωνιστικότητα θα βελτιωθεί. Χωρίς μάλιστα να βλαφθεί η αγοραστική δύναμη του εργαζομένου, άρα και η ικανότητά του να στηρίζει την οικονομική δραστηριότητα με την κατανάλωσή του.

Κάπου εδώ σταματάει ο συλλογισμός των περισσοτέρων. Το «ζουμί», όμως, είναι στη συνέχεια. Στην πραγματικότητα, οποιαδήποτε μείωση γίνει στις λεγόμενες «κρατήσεις» ή στην εργοδοτική εισφορά θα έπρεπε, για να είμαστε δίκαιοι, να αποδοθεί στον εργαζόμενο. Η αμοιβή του εργαζομένου αφορά στο σύνολο του κόστους εργασίας και όχι στο μέρος που του αποδίδεται αφού εφαρμοστούν οι διατάξεις με τις οποίες καρατομείται ο βαρύς μόχθος και η πραγματική συμβολή της εργασίας στη δημιουργία του εθνικού πλούτου.

Φαντασθείτε, λοιπόν, ότι ο μισθός σάς αποδίδεται ολόκληρος, χωρίς καμία περικοπή. Θα έχετε εσείς πλέον την ευθύνη να πληρώσετε τους φόρους σας, όταν εκκαθαριστούν τα ετήσια εισοδήματά σας. Μόνος σας θα πρέπει να πληρώσετε το ασφαλιστικό σας ταμείο και να καλύψετε τους κινδύνους υγείας για εσάς και τους προστατευομένους σας. Ξεχωριστή ασφάλιση θα κάνατε για την περίπτωση που θα χάσετε το εισόδημά σας.

Ομως, καμία ελευθερία διαχείρισης του πλούτου που δημιουργούν, εργαζόμενοι και επιχειρήσεις, δεν είναι αποδεκτή από το κομματικό κράτος. Οι πολιτικές πλειοψηφίες ρυθμίζουν, με υποχρεωτικές διατάξεις, σχεδόν, τα πάντα. Απευθείας διαπραγμάτευση, χωρίς την άμεση ανάμειξη του κράτους, χωρίς να διορίζει την ηγεσία της ΓΣΕΕ, χωρίς να ορίζει τις κατώτατες αμοιβές με υπουργικές αποφάσεις, χωρίς να ψηφίζει η Βουλή τον κανονισμό προσωπικού μεγάλων επιχειρήσεων, άρχισε να υπάρχει στη χώρα στη διάρκεια της δεκαετίας του ’90. Σε μεγάλο βαθμό επειδή προσαρμοστήκαμε στους κανόνες κοινωνικής συμβίωσης που προβλέπει το ευρωπαϊκό μοντέλο.

Στη δεκαετία του ’80, ολοκληρώθηκε ένας ακόμη σπουδαίος εξαναγκασμός. Λόγω της μεγάλης κρίσης στο δεύτερο μισό του ’70, η παρουσία του κράτους στον παραγωγικό τομέα ενισχύθηκε. Η κατάσταση έγινε χειρότερη με την κρατικοποίηση που διοργάνωσε το ΠΑΣΟΚ για όσες επιχειρήσεις χρειάστηκαν εξαιρετική χρηματοδότηση και διάσωση, την οποία προσέφερε το κρατικοποιημένο τραπεζικό σύστημα. Μέσα σε λίγα χρόνια, σχεδόν όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις απέκτησαν πανομοιότυπο «κανονισμό» ρύθμισης αμοιβών, εγγύησης απασχόλησης και παρεμπόδισης διοικητικών προσαρμογών.

Η πολιτική πλειοψηφία φρόντισε να ψηφίσει η Βουλή όσα «συμφωνήθηκαν». Το αποτέλεσμα ήταν να αυξηθεί το κόστος παραγωγής και λειτουργίας, χωρίς κανένα ορθολογικό κριτήριο. Το μεγαλύτερο κόστος έγινε υψηλότερος πληθωρισμός και η τιμαριθμοποίηση των συμβάσεων ενσωμάτωσε το κόστος στην παραγωγή. Η Ελλάδα έγινε μια πανάκριβη χώρα, χάνοντας πολλές θέσεις στην κατάταξη μεταξύ των ανταγωνιστών της.

Την περίοδο εκείνη, υπήρξε μια συστηματική πολιτική «μεσιτεία», ενώ πολύ συχνά, ο πολιτικός μεσάζων, βουλευτής ή κομματικός συνδικαλιστής, πουλούσε «προστασία», ακόμη και για όταν καταπατείται ο νόμος. Βεβαίως, στις σύγχρονες δημοκρατίες, αυτά, συμβαίνουν. Οταν όμως έρχεται η κρίση και το οικοδόμημα της κοινωνίας απειλείται, όταν το κράτος κινδυνεύει να καταρρεύσει και η ανεργία φουσκώνει, πρέπει να προσαρμοστούμε. Αν το κάναμε νωρίτερα, με μεγαλύτερη ορμή και ευελιξία, θα είχαμε ήδη αντιμετωπίσει ένα μεγάλο μέρος της κρίσης. Και, κυρίως, θα είχαμε προξενήσει μικρότερη ζημιά στην οικονομία.

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Αποφεύγοντας το... reset - Tου Μπαμπη Παπαδημητριου

Στα περισσότερα ηλεκτρονικά μηχανήματα, κάποια στιγμή, πρέπει να χρησιμοποιήσεις το περίφημο κουμπί «reset». Πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή, αν θέλουμε να κάνουμε recover. Μπορεί το Μνημόνιο να μην ασχολήθηκε, αρχικώς, με το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας. Ηταν επείγον να βρεθούν κεφάλαια που θα συγκρατήσουν το ελληνικό κράτος από την πτώχευση. Η αγωνία για το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα κάλυψε τα πάντα. Η αντιμετώπιση του άλλου ελλείμματος, αυτού που δημιουργείται στις διεθνείς συναλλαγές της χώρας, η συζήτηση δηλαδή για τους προσδιοριστικούς παράγοντες της ανταγωνιστικότητας της εθνικής παραγωγής, πρακτικώς, αγνοήθηκε.

Δεν είναι ότι το κράτος δεν γνώριζε το πρόβλημα. Το 2005 είχε κηρυχθεί έτος ανταγωνιστικότητας από το αρμόδιο υπουργείο, χωρίς, όμως, να υπάρξει η παραμικρή βελτίωση. Στην περίοδο 2001-2009, η διεθνής ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας έναντι των 28 βασικών εμπορικών εταίρων μας υποχώρησε κατά 32% λόγω του συγκριτικού κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.

Γνωρίζουμε τώρα πως πριν φτάσουμε στο τερατώδες κρατικό έλλειμμα του 2009, το εγχώριο προϊόν είχε αρχίσει να υποχωρεί, με αποτέλεσμα το 2008 να κλείσει με πραγματική μείωση του επιπέδου της εθνικής παραγωγής και των εισοδημάτων. Στην ίδια περίοδο, το ελληνικό κόστος εργασίας αυξήθηκε κατά 42%, όταν σε ολόκληρη τη Ζώνη του Ευρώ η αύξηση ήταν 20%. Ακόμη κι αν είχαμε διορθώσει όλους τους άλλους διαρθρωτικούς παράγοντες που προσδιορίζουν την ανταγωνιστικότητα, όπως σκόπευε να κάνει το «εορταστικό» έτος του υπουργείου, η δυσμενής εξέλιξη του συγκριτικού μισθολογικού κόστους σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί με ίδιους πόρους.

Γιατί, τότε, οι επιχειρήσεις έδιναν παρόμοιες αυξήσεις, αν δεν μπορούσαν να τις αντέξουν; Ο κύριος λόγος ήταν ότι επρόκειτο για την πλέον ασφαλή μέθοδο αυτοσυντήρησης του πληθωρισμού αμοιβών. Τόσο της εργασίας, όσο και του κεφαλαίου. Ο συστηματικός πληθωρισμός αποτελούσε μια θεσμικώς όσο και εθιμικώς καθιερωμένη πεποίθηση των κοινωνικών εταίρων και των κυβερνήσεων. Οι μισθολογικές προσαρμογές γίνονταν με σημείο εκκίνησης το κλείσιμο του πληθωρισμού στο τέλος της προηγούμενης περιόδου, συν το περιθώριο από τη διαπραγμάτευση. Παραδόξως, οι εκπρόσωποι των εργοδοτών «λύγιζαν» υπό το «βάρος» δυο-τριών τυπικών απεργιών, από αυτές στις οποίες συμμετέχει ο γνωστός στρατός των πληρωμένων συνδικαλιστών και το πανηγύρι για την καταστροφή της χώρας συνεχιζόταν.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ Μαρτίου 1998 (όταν με την υποτίμηση «κλειδώσαμε» την ισοτιμία της δραχμής έναντι του ECU) και Μαρτίου 2001, οι πιστώσεις προς τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας αυξάνονται στα 63 δισεκατομμύρια ή κατά 61,5%. Στα αμέσως επόμενα χρόνια, μεταξύ 2001 και 2009 η χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών πολλαπλασιάζεται κατά 4 φορές και φθάνει στα 250 δισεκατομμύρια ευρώ. Ολη αυτή η άνοδος στηρίχθηκε σε έναν τεράστιο δανεισμό του κράτους και των τραπεζών. Οχι όμως από τους ίδιους τους Ελληνες.

Οι καταθέσεις απλώς διπλασιάζονται, αυξάνονται δηλαδή κατά 145 δισ. Κανείς, πρακτικώς, ιδιώτης δεν τοποθετεί χρήματα σε ελληνικά ομόλογα, ενώ οι τράπεζες κρατούν σταθερές -κοντά στα 65 δισ. - τις τοποθετήσεις τους σε τίτλους του ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες τώρα θα «κουρευτούν» προκειμένου να καταστεί διαχειρίσιμο το δημόσιο χρέος.

Ολο το υπόλοιπο χρήμα εισάγεται με δανεισμό στις διεθνείς αγορές. Μεταξύ ’01 και ’09, οι τράπεζες δανείζονται 84 δισ. από τους «ξένους», ενώ το κράτος δανείζεται 143 δισ. ακόμη. Αθροισμα, 227 δισ. Περίπου 30 δισ. κάθε χρόνο, τα οποία μετατρέπονται σε εγχώρια ευδαιμονία, αφού τα κρατικά ελλείμματα γίνονται εισοδήματα. Αν λοιπόν, τώρα, δεν διορθωθεί η ανταγωνιστικότητα των αμοιβών ή δεν εξυπηρετήσουμε το σωρευμένο χρέος πουλώντας κάτι δικό μας, εργασία ή κεφάλαιο, στη διεθνή αγορά, δεν υπάρχει. Ολα τα παραπάνω δεν είναι ούτε θέμα «ελάχιστης αμοιβής» ούτε «δώρων» ούτε «ωρίμανσης κλιμακίων». Μάλλον είναι θέμα... reset!

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Η κοροϊδία με τη δραχμή - Tου Μπαμπη Παπαδημητριου

Το πραγματικό θέμα πίσω από τη συζήτηση περί της οικονομικής μας μοίρας δεν είναι αν θα μείνουμε ή θα φύγουμε από το ευρώ, αλλά τι θα απογίνει στη μία ή στην άλλη εκδοχή. Το νόμισμα είναι ένα μέσο για την οικονομία και όχι ένας αυτοσκοπός. Αντιθέτως, εκείνο που μετράει είναι αν το νόμισμα αποτελεί εγγύηση για τις μελλοντικές αξίες. Η Ελλάδα έχασε πάρα πολλά εξαιτίας ενός εξευτελισμένου άρα κακού νομίσματος, της δραχμής, για να φερθεί απερίσκεπτα στο σύγχρονο δίλημμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υπεραπιστές της δραχμής στον πολιτικό χώρο, και όχι στον καθαρά οικονομικό, δολίως διαχέουν το επιχείρημα της «καλύτερης δραχμής», κλείνοντας το μάτι στο υπονοούμενο που θέλει να μας πείσει πως «τότε τα πράγματα ήσαν καλύτερα». Μακάρι παρόμοια ζητήματα να ήταν τόσο απλά. Δεν είναι, κυρίως γιατί επιχειρούν να δελεάσουν τους πολίτες με το αυτονόητο πλην όμως παιδαριώδες επιχείρημα ότι «ήταν καλύτερα όταν είμασταν νέοι!».

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι, πλην ορισμένων αξιόλογων πανεπιστημιακών, κανείς πολιτικός δεν εκτίθεται «επωνύμως» στην καμπάνια για τη δραχμή. Αν και τα δημοσιογραφικά γραφεία διατρέχουν συχνά-πυκνά διηγήσεις οι οποίες με συγκεκριμένο τρόπο μαρτυρούν για κομματικούς παράγοντες, συνδικαλιστικά στελέχη, βιομηχάνους, εμπόρους, τραπεζίτες, εκδότες και πολιτικούς που επιθυμούν την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη.

Αυτό που πραγματικά θέλουν δεν είναι τόσο τις οικονομικές λειτουγίες που υποτίθεται ότι θα φέρει μαζί της η «δραχμή», όσο το «καθεστώς» με το οποίο συνδυάζουν το ιστορικό νόμισμα στην οικονομία και, κυρίως, στην πολιτική. Η τάση αυτή είναι περισσότερο από εμφανής μεταξύ των νεοφώτιστων της δεξιάς, οι οποίοι, δυστυχώς, ορίζουν εαυτούς ως λεγεωνάριους του Αντώνη Σαμαρά. Πανομοιότυπα συνθήματα και επιχειρήματα χρησιμοποιούνται και από μεγάλη μερίδα ακτιβιστών της αριστεράς, στην ακατοίκητο κεφαλή των οποίων η δραχμή είναι συνώνυμο «απαραίτητης» κρατικής αυθαιρεσίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι αυτοί -και οι συνοδοιπόροι τους- επιδεικτικά αγνοούν όχι μόνον τα απλά παραδείγματα που διατύπωσε δημοσίως («Κ» της 31ης/12/2011) με τον πλέον ευθύ και υπεύθυνο τρόπο ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργος Προβόπουλος, αλλά και την ιστορική εμπειρία.

Επιμελώς αποκρύπτουν πως μια από τις βασικές επιπτώσεις της ευτελούς «νέας δραχμής» θα είναι ο μεγάλος πληθωρισμός και η εξ αυτού απώλεια αγοραστικής δύναμης των εισοδημάτων και η κατακρήμνιση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων των οικογενειών και της χώρας.

Συμπεριφέρονται ως να αγνοούν ότι στη διάρκεια της περιόδου των τριών υποτιμήσεων, στο όνομα της οποίας ομνύουν σήμερα εθνικιστές νεοδεξιοί και νεοταξίτες της αριστεράς, σημειωνόταν διαρκής ευτελισμός του νομίσματος, όπως αποδεικνύει ο επί 22 χρόνια, μεταξύ 1973 και 1994, διψήφιος πληθωρισμός. Μια δραχμή άξιζε 15 λεπτά του ευρώ και έπεσε στο μισό λεπτό! Ψιθυρίζουν οι αγνωστικιστές της δραχμής, με κύριο προπαγανδιστή τον «εκδότη» Γ. Κουρή της Αυριανής, αλλά και άλλους υπερχρεωμένους επιχειρηματίες, πως τα πράγματα θα είναι καλύτερα αφού η Ελλάδα θα μπορέσει να προχωρήσει σε «νομισματική χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών», ως να μην καταλαβαίνουμε εμείς οι υπόλοποι ότι αυτό που ζητούν είναι να τους διαγράψουν τα «καλοφάγωτα» δανεικά των πολλών τελευταίων ετών.

Επειδή πολλά λέγονται και περισσότερα θα ειπωθούν τις ημέρες αυτές, κρατήστε τα παρακάτω στοιχεία. Μεταξύ 1998, έτος από το οποίο πρέπει να μετρούμε τη σταθερότητα που έφερε το ευρώ, αφού τότε «κλείδωσε» και η ισοτιμία ανταλλαγής της δραχμής με το κοινό νόμισμα, και του 2007, όταν η οικονομία έφτασε στο υψηλότερο σημείο της, σημειώθηκε αύξηση του ΑΕΠ κατά 43,5%. Στις προηγούμενες δεκαετίες, η αύξηση ήταν 7% από το 1988 ώς το 1998 και 6,5% μεταξύ 1978 και 1988. Ο υπολογισμός έγινε σε πραγματικές τιμές, χωρίς τον πληθωρισμό, σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης και σε δολάρια. Αγνοούν οι οπαδοί της εξαθλιωμένης δραχμής την πραγματικότητα ή απλώς κοροϊδεύουν τον κόσμο;

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Καθαρτήρια κρίση στα μίντια - Tου Mπαμπη Παπαδημητριου

Οσο κι αν δεν θέλουν να το παραδεχθούν οι δημοσιογράφοι, οι επιχειρήσεις των μέσων ενημέρωσης, δεν διαφέρουν σε τίποτε από οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση. Κυρίως όταν κοιτάξεις το λογιστήριό τους. Ιδίως όταν η κρίση βαθαίνει όπως η σημερινή. Βεβαίως, τα επαγγέλματα της ενημέρωσης βρίσκονται σε έναν ιδιαίτερο κλάδο. Το ξεχωριστό όμως είναι αυτό που υπονοεί ο άγραφος τραπεζικός κανόνας, που καλεί τους υπαλλήλους των πιστωτικών ιδρυμάτων να αποφεύγουν τον υπέρογκο δανεισμό στα κόμματα, τα νοσοκομεία και τις εφημερίδες. Αν κάτι στραβώσει, δεν θα τα πάρεις πίσω! Από μια άποψη, ηθικής τάξεως μάλλον, τα μέσα ενημέρωσης «πληρώνουν» με την εξαφάνισή τους, την απόκρυψη που ενορχήστρωσαν των μεγάλων διαρθρωτικών αδυναμιών της χώρας, της οικονομίας και της κοινωνίας μας.

Στα έξυπνα και προοδευμένα κράτη τα μέσα ενημέρωσης λειτουργούν, πλέον, όπως οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση. Εχουν την υποχρέωση να τηρούν τους νόμους και να επιτυγχάνουν επαρκείς οικονομικές επιδόσεις. Στη χώρα μας, δυστυχώς, πολιτικοί διαπρέπουν με οπισθοδρομικές αντιλήψεις. Επιχειρηματίες περιφρονούν τον νόμο. Κρατική και συνδικαλιστική γραφειοκρατία συνεργάζονται όταν πρόκειται να παρεμποδίσουν την απαραίτητη προσαρμογή. Η κατάρρευση των μίντια προξενεί απορίες σε πολλούς και πληγώνει ανεπίτρεπτα τις οικογένειες όσων τιμίως εργάζονται γι’ αυτά. Αναδεικνύει όμως τον σπουδαίο ρόλο της κρίσης στην εξυγίανση του οικονομικού μηχανισμού και στην άμυνα του κοινωνικού σώματος. Τα μίντια έχασαν τρεις ευκαιρίες να γίνουν καλύτερα και, κυρίως, να μην αποτελούν, σήμερα, ένα τόσο σημαντικό μέρος του προβλήματος.

Χάθηκε η ευκαιρία που ήρθε με την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου στην ενημέρωση. Η «εν μια νυκτί» μετατροπή εκδοτών σε καναλάρχες, προκάλεσε την ακόμη βαθύτερη διαπλοκή με κομματικές και επιχειρηματικές συγκρούσεις, ενώ η έκρηξη των διαφημιστικών εσόδων συνοδεύτηκε από αδιαφάνεια συναλλαγών, πολλές από τις οποίες αφορούσαν τη χρηματοδότηση πολιτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων.

Χάθηκε η ευκαιρία της χρηματιστηριακής «άνοιξης». Εκτός από την «Καθημερινή», κανένας άλλος όμιλος μέσων ενημέρωσης (με την ειδική εξαίρεση της οικονομικής εφημερίδας «Ναυτεμπορική»), δεν επέδειξε αξιοσύνη στην εκμετάλλευση των ευκαιριών που προσέφερε η ζωντάνια της οικονομίας στην πρώτη δεκαετία του ευρώ. Χάθηκε η ευκαιρία εφαρμογής των αρχών λειτουργίας των μεγάλων δυτικών μέσων ενημέρωσης. Που απαιτούσε αναδιάταξη, συνένωση δυνάμεων, υιοθέτηση υψηλών προτύπων ποιότητας. Αλλά και αυτοσυγκράτηση στελεχών των μίντια από ανεπίτρεπτα εντατικό πλουτισμό.

Η κατάρρευση των επιχειρήσεων ενημέρωσης, δεν προκαλείται με τον ίδιο τρόπο. Συνυπάρχουν όμως τα ακόλουθα: υψηλός δανεισμός, εσφαλμένο επιχειρηματικό σχέδιο, υπέρογκες αμοιβές στελεχών, ανεξέλεγκτο κόστος δυναμικού, έλλειψη εσωτερικού ελέγχου και, δυστυχώς, αφαίμαξη των διαθεσίμων από τον κύριο μέτοχο. Αρα, ακόμη κι αν δεν ερχόταν η συγκεκριμένη κρίση, με άλλο τρόπο θα είχαμε τα ίδια αποτελέσματα. Ευτυχώς, αγαθά όπως είναι η ελεύθερη διατύπωση απόψεων και ιδεών, ο έλεγχος της εξουσίας και η διάδοση της πληροφορίας δεν κινδυνεύουν. Ισως μάλιστα να ανθήσουν καλύτερα μετά την κρίση.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Ποια είναι τα σχέδια του Λ. Παπαδήμου, ποιες οι προτεραιότητες, πώς θα τις πετύχει - Του Μπαμπη Παπαδημητριου

Μπορεί κάποιοι να ξαφνιάστηκαν όταν ο νέος πρωθυπουργός εμφανίστηκε στην αίθουσα της Βουλής, κράτησε μαζί με τους λιγοστούς βουλευτές την καθιερωμένη σιωπή και είπε δύο λόγια για να αποδείξει ότι η μνήμη του Πολυτεχνείου δεν είναι ένα θέμα απλού πολιτικού χειρισμού, αλλά διάρκειας και επιμονής. Οσοι έτυχε να έχουν μιλήσει αρκετές φορές με τον άνθρωπο Λουκά Παπαδήμο, γνωρίζουν ότι προτιμά τις ιδέες από τις ιδεολογίες. Γνωρίζουν επίσης ότι δεν βιάζεται. Κυρίως όταν έχει σχεδιάσει την ορθή, όσο κι αν αρχικώς μοιάζει περίπλοκη, λύση στα ατελείωτα προβλήματα που χρειάστηκε να αντιμετωπίσει στη μακρά θητεία του στα δημόσια πράγματα.

Σε όσους τον ρώτησαν για τα σχέδιά του, απάντησε: «Κάνε, σε παρακαλώ, τον κόπο να διαβάσεις τις προγραμματικές δηλώσεις». Αν κανείς επιμείνει να μάθει το σχέδιο για να ξεπεραστούν τα εμπόδια που δημιουργεί το κομματικό λεξιλόγιο και η, μέχρι προχθές, διαρκής σύγκρουση στα λόγια, ζητεί να θυμούνται ότι το σύνθημα αυτού του σχήματος βρίσκεται στη λέξη Συνεργασία. «Οσο καλύτερα περιορισθεί η έμφυτη και αυθόρμητη ανάγκη των κυβερνητικών στελεχών να απαντούν στην πρώτη ευκαιρία, τόσο ταχύτερα η κυβέρνηση θα βρει τον ρυθμό της», εξήγησε.

Η αρχική προτεραιότητα είναι να ξαναβρεί η κυβέρνηση την αξιοπιστία της. Οχι μόνον έξω, στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, στις αγορές, στις διεθνείς συναντήσεις. Αλλά στον ίδιο τον ελληνικό λαό. Μεγαλύτερο και από το κρατικό είναι το έλλειμμα εμπιστοσύνης. Η δημιουργία νέας κυβέρνησης στην Ιταλία, ο δυναμισμός που θα δώσει στην Ισπανία η εκλογική διαδικασία, η σοβαρότητα με την οποία τα μεγάλα κράτη, προσεγγίζουν πλέον την ευρεία κρίση της Ευρωζώνης, αποτελούν στοιχεία αισιοδοξίας.

Το πρόβλημα με την κατάσταση στην Ευρωζώνη είναι ότι κάθε φορά που λαμβάνονται μέτρα που «κατά κανόνα είναι τα σωστά μέτρα στη σωστή κατεύθυνση», οι αγορές έχουν ήδη προχωρήσει στο επόμενο πρόβλημα. Με αποτέλεσμα, η Ευρώπη να εμφανίζεται ένα βήμα πίσω από τα γεγονότα. Ο Λουκάς Παπαδήμος, με την εμπειρία του δημόσιου λειτουργού, που έζησε τα πάντα από κοντά, σε μια περίοδο 25 περίπου ετών, έμαθε ότι το συστατικό στοιχείο για να επιτύχει κανείς κάτι στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, είναι η συστηματική προετοιμασία και συζήτηση σε όλα τα επίπεδα.

Από την πρώτη μελέτη που ετοιμάστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 για την αρχιτεκτονική του ευρώ, υπό τον Padoa-Schioppa, στην οποία συμμετείχε ο καθηγητής και οικονομικός σύμβουλος της Τραπέζης της Ελλάδος, υπό τον Δημήτρη Χαλικιά, στη συνθήκη του Μάαστριχτ, τη διαπραγμάτευση της Λισσαβώνας και τέλος την αναβάθμιση του ευρώ στο διεθνές στερέωμα, στα καθήκοντα του αντιπροέδρου της κεντρικής τράπεζας του ευρώ, είχε τον καιρό να επιβεβαιώσει πως τίποτε καλό δεν μπορεί να επιτύχει μια χώρα, αν δεν ενώσει όσες δυνάμεις διαθέτει. «Αυτό κάνουν τα μεγάλα κράτη, το ίδιο στο πολλαπλάσιο πρέπει να κάνουμε εμείς», εξηγούσε μερικές εβδομάδες πριν του προταθούν τα καθήκοντα του πρωθυπουργού.

Η ανάληψη της περίφημης έκτης δόσης, που περιεπλάκη μετά τις Κάννες και τις συζητήσεις στο Εurogroup, θα επιτευχθεί με μια πνοή. Το σημαντικό είναι να γίνει σωστά και με πνεύμα σύνθεσης ιδεών και προτάσεων η σύνταξη του νέου πολυετούς προγράμματος, όπως έχει περιγραφεί στην απόφαση κορυφής του Οκτωβρίου. Σε αυτό εδράζεται η συνεργασία που απαιτεί η καλή λειτουργία της κυβέρνησης. Ο κ. Παπαδήμος έχει ήδη την πεποίθηση ότι οι συζητήσεις που θα έχει με τους αρχηγούς των κομμάτων, όπως έχει ήδη συμφωνηθεί, θα επιτρέψουν τη σύγκλιση όπου απαιτηθεί.

Η συμφωνία επί του προγράμματος θα εξασφαλίσει την ομόπνοη ψήφισή του και, αμέσως μετά, δηλαδή μέχρι τις γιορτές ή, το αργότερο αμέσως μετά, την έγκριση από τη Βουλή της νέας δανειακής σύμβασης. Επομένως, μέσα σε λίγες εβδομάδες θα έχουν συζητηθεί στο κοινοβούλιο όλα τα βασικά κείμενα που δημιουργούν τις προϋποθέσεις επιστροφής της Ελλάδας στην ασφάλεια του ευρωπαϊκού πλαισίου και στην οικονομική σταθερότητα. Ενα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα θα άρει και τις αμφιβολίες που δημιουργήθηκαν στις μεγάλες πρωτεύουσες για τις προθέσεις και τις αμφισβητήσεις που συχνά άφηναν πίσω τους οι δηλώσεις υψηλών πολιτικών παραγόντων της σημερινής συμπολίτευσης.

Ο πρωθυπουργός πιστεύει ότι η Ελλάδα πρέπει να σχεδιάσει για το δικό της καλό ένα μακροχρόνιο πρόγραμμα και όχι επειδή το απαιτούν οι Ευρωπαίοι...

Το «κούρεμα» και οι εκλογές


Ο κ. Λουκάς Παπαδήμος εξήγησε στη Βουλή ότι ανάλογη δέσμευση με αυτή που καλούνται να αναλάβουν κυβέρνηση και κόμματα στη χώρα μας αναλαμβάνουν και τα κράτη της Ευρωζώνης απέναντι στην Ελλάδα, αλλά και ενώπιον των πολιτών τους.

Σε ό,τι αφορά τη διάρκεια της κυβέρνησης έχει συμφωνηθεί με τρόπο κατάλληλο, ώστε να εξυπηρετήσει τις ανάγκες που θα έχει η χώρα όταν θα είναι όλα έτοιμα. Ο πρωθυπουργός είχε διατυπώσει ερωτήματα για τον τρόπο και την προετοιμασία που απαιτούσε η οργάνωση της ανταλλαγής των ομολόγων, το περίφημο «κούρεμα». Οπως εξηγεί, όποιος γνωρίζει με πληρότητα τη λειτουργία των αγορών και έμαθε να σέβεται τη μνήμη που έχουν οι θεσμικοί «παίκτες», σημασία στο PSI+ δεν έχει τόσο το ποσοστό απομείωσης αλλά η συμμετοχή χωρίς εκβιασμούς και καταστροφικές ζημίες.

Η «δίψα» των πολιτικών να εμφανίσουν την περικοπή του χρέους ως «πολιτική νίκη», μπορεί να δημιουργήσει ανεπανάληπτη μελλοντική ζημία στην πιστοληπτική αξιοπιστία του ελληνικού κράτους. Οι αρμόδιοι υπουργοί γνωρίζουν ότι στο θέμα αυτό «δεν επιτρέπονται βιασύνες», ενώ η λεγόμενη «πολιτική διαπραγμάτευση μπορεί να καλλιεργήσει την καχυποψία για γκρίζες ζώνες ή ότι υπάρχουν περιθώρια πιέσεων».

Η ομάδα εργασίας στα θέματα αυτά θα είναι ενιαία και το έργο της θα πρέπει να ολοκληρωθεί χωρίς να ασκηθούν πρόωρες πολιτικές πιέσεις. Ολα δείχνουν πως, τελικά, οι εκλογές θα γίνουν όταν θα έχει ολοκληρωθεί και το τρίτο βήμα του κυβερνητικού προγράμματος.

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

Με την άδεια της κοινωνίας ,Tου Mπαμπη Παπαδημηριου

«Μαύρες ώρες και πικρές περνάω», εξηγούσε στο περίφημο τραγούδι ο χωρισμένος πελάτης του μισθωμένου ταξί. Τώρα, οι ταξιτζήδες το τραγουδούν μεταξύ τους. Η συζήτηση είχε ξεκινήσει πριν από πολλά χρόνια. Ολον αυτό τον καιρό, οι έχοντες άδεια απειλούσαν όσους τολμούσαν να σκεφτούν τον εκδημοκρατισμό της συγκεκριμένης επιχειρηματικότητας.

Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, δεν βρίσκεται στα κίτρινα ή όποιο άλλο χρώμα έχουν οι «ταρίφες». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο αριθμός τους μπορεί να ρυθμίζεται. Προφανώς όχι με το πληθυσμιακό κριτήριο, το οποίο απλώς «δικαιολογεί» την ολιγοπωλιακή διανομή πλούτου σε χέρια «όσων πρόλαβαν».

Αυτό που, δικαιολογημένα, ανησυχεί τους σημερινούς επαγγελματίες, είναι η δυνατότητα άλλων μικρών επιχειρηματιών να προσφέρουν το προϊόν της ιδιωτικής μεταφοράς προσώπων, σε τιμή που θα συμφωνείται μεταξύ των δύο μερών: του πελάτη που ζητεί την υπηρεσία και του επαγγελματία που την προσφέρει.

Δείτε το απλό παράδειγμα. Εστω ότι μια ομάδα νέων επιχειρηματιών επιθυμούν να πωλήσουν σε ξενοδοχεία μιας περιοχής την υπηρεσία μεταφοράς πελατών τους από και προς το αεροδρόμιο. Είναι προφανές ότι η συμφωνία θα γίνει για ένα «πακέτο» εργασιών και η τιμή θα καθοριστεί σε επίπεδο πολύ διαφορετικό από εκείνο που προβλέπεται στα «κανονικά» ταξί.

Πρόκειται τελικά για συμβολαιοποιημένες ή και με το κομμάτι προσφερόμενες «ειδικές υπηρεσίες», για μια αγορά που μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από εκείνη που «δουλεύει» ο επαγγελματίας ταξιτζής. Mε το σημερινό πλαίσιο, κάτι τέτοιο απαγορεύεται. Αυτό ακριβώς όμως, είναι που θα επιτρέψει το άνοιγμα του επαγγέλματος. Και αυτό δεν είναι, υποχρεωτικά, συνδεδεμένο με την κατάργηση της άδειας ταξί.

Σε τελευταία ανάλυση, ο αριθμός των «κιτρίνων» για την Αθήνα θα μπορούσε να είναι πεπερασμένος. Μάλιστα, δεν υπάρχει κανείς λόγος να τον ελέγχει το υπουργείο. Πιο λογικό είναι να ελέγχεται από την περιφέρεια, στα όρια της οποίας έχει (κάποια) έννοια να υπάρχουν (κάποιοι) περιορισμοί. Είναι σίγουρο ότι το κόστος της άδειας πρέπει να περιέρχεται στα ταμεία της περιφέρειας, στην οποία και, υποχρεωτικώς, θα επιστρέφεται.

Οι αυτοκινητιστές κάνουν λάθος σε κάτι εξαιρετικά απλό. Ισχυρίζονται ότι η αξία των αδειών που κατέχουν θα μηδενιστεί αν οιοσδήποτε μπορεί να αποκτήσει την ίδια άδεια. Ακούγεται σωστό. Στην πράξη όμως, αυτό που ζητούν είναι να υπάρχουν πάντοτε τόσο λίγες άδειες, ώστε η τιμή του συγκεκριμένου «αγαθού» να παραμένει υψηλή. Ζητούν και κάτι ακόμη: ο αριθμός αδειών να είναι τέτοιος ώστε να διασφαλίζεται μια σεβαστή υπεραξία.

Πρόκειται για παραλογισμό. Είναι ως να ζητεί κάποιος να γκρεμιστούν αρκετά σπίτια στη γειτονιά του, προκειμένου να συνεχίσουν να αυξάνονται οι υπεραξίες των ακινήτων. Οσο απαράδεκτα πράττουν οι πολιτικοί, όταν συνεχώς αναβάλλουν τον εκδημοκρατισμό ευκαιριών μεταξύ των επαγγελματιών, άλλο τόσο παράλογα συμπεριφέρονται οι σημερινοί ιδιοκτήτες των ταξί. Ξεχνούν ότι την παραχώρηση την έκανε η κοινωνία και όχι οι πολιτικοί. Αν συνεχίσουν να την αγνοούν, τώρα μάλιστα που βρίσκεται σε κίνδυνο, είναι αυτονόητο ότι και εκείνη θα τους αγνοήσει, καθώς μάλιστα εξελίσσεται η μεγάλη αναδιανομή ευκαιριών.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

Να βιαστούμε! Tου Mπαμπη Παπαδημητρίου

Οσον καιρό η Ελλάδα παραμένει «εντός ορίων», τηρεί δηλαδή τα συμφωνηθέντα με το Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο, οι (πρόσθετοι) κίνδυνοι από τις αναταραχές που θα ξεσπάσουν βιαιότερα στην παγκόσμια αγορά κεφαλαίων θα παραμείνουν υπό έλεγχο. Στις επόμενες 20-30 εβδομάδες, κανένα λάθος δεν συγχωρείται. Πλην όμως, οι πολιτικοί μας εμφανίζονται αποφασισμένοι να κάνουν εκλογές. Εκτός από την έμφυτη τάση τους να πολιτικολογούν και να επιδιώκουν τη στροφή του ενδιαφέροντος των πολιτών σε άνευ σημασίας μικρονοϊκές «διαφωνίες» μεταξύ τους, οι πολιτικοί μας θέλουν ειλικρινώς να κάνουν εκλογές. Για δύο λόγους, φαντάζομαι.

Πρώτον, γιατί δεν θέλουν να κάνουν τη δύσκολη δουλειά της προσαρμογής και της ανάνηψης των οικονομικών του κράτους.

Δεύτερον, γιατί οι ιδέες τους για την κρίση είναι όλες «περιορισμένης ευθύνης». Δεν πάνε πέραν κάποιου Μεσοπροθέσμου και της επαναδιαπραγμάτευσής του. Μακρόπνοο σχέδιο για την επαναφορά της Ελλάδας στη χωρία των κρατών που μπορούν να τα καταφέρουν ούτε έχουν ούτε είναι σε θέση να καταρτίσουν.

Η σημερινή καταστροφή οφείλεται, σε πολύ μεγάλο βαθμό, σε τρεις περιόδους κατά τις οποίες τρία διαφορετικά κυβερνητικά σχήματα επέλεξαν και ακολούθησαν την πολιτική του «χαμένου χρόνου». Μετά την αποτυχία Γιαννίτση, ο Κώστας Σημίτης επέλεξε να αφήσει τον χρόνο να κυλήσει αντί να πιέσει για την προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας και του κράτους στη νέα (και πολύ σκληρή) πραγματικότητα του ευρώ.

Μετά το ξεπουπούλιασμα στο οποίο υποβλήθηκε η κοινωνία προκειμένου να απολαύσει τους μεγαλειώδεις Ολυμπιακούς Αγώνες, ο Κώστας Καραμανλής έχασε κι αυτός τον δικό του χρόνο, όταν ανέβαλε τη ριζοσπαστική μεταρρύθμιση των κακών πρακτικών που ακολουθούσε το κράτος και όσοι διεπλέκοντο γύρω του.

Η τρίτη περίοδος χαμένου χρόνου ήταν η ανάληψη κυβερνητικών καθηκόντων από την ομάδα του Γιώργου Παπανδρέου. Ο σημερινός πρωθυπουργός οδήγησε τρεις, μέχρι τώρα, φορές, τη χώρα του στην αποτυχία. Πρώτη φορά όταν, τον Μάρτιο 2009, αρνήθηκε να παράσχει στον Καραμανλή την ελάχιστη κάλυψη προκειμένου να ξεκινήσει μια ήδη πολύ καθυστερημένη προσπάθεια ελέγχου της βόμβας του χρέους. Ο κ. Παπανδρέου ζήτησε εκλογές και επέστρεψε στην τόσο αγαπητή του υπόθαλψη ακραίων και οπισθοδρομικών «αιτημάτων» του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Οταν ο ίδιος ανέλαβε τη διακυβέρνηση, ψήφισε έναν εκτός τόπου και χρόνου προϋπολογισμό και συνέχισε, μέχρι τον Απρίλιο 2010, αρνούμενος, από ιδεολογική και στενά κομματική νοοτροπία, να δράσει πυροσβεστικά. Ακόμη και εντός Μνημονίου, τον Φεβρουάριο 2011, αρνήθηκε και πάλι να προωθήσει τη μόνη ρεαλιστική ιδέα μείωσης της πίεσης που ασκεί στον πληθυσμό το χρέος, την πώληση κρατικής περιουσίας, επιμένοντας στην πολιτική της φορολογικής αφαίμαξης.

Πρέπει, τώρα, να καταρτίσουμε ένα Πλαίσιο Αναφοράς για την Οικονομία του 2020. Δηλαδή, ένα πρόγραμμα πλήρους απελευθέρωσης της εσωτερικής αγοράς. Να αφήσουμε το χρέος και το έλλειμμα στη «φροντίδα» του Μεσοπρόθεσμου και να βιαστούμε προκειμένου να επιστρέψει η πραγματική μας οικονομία, προϊόντα και υπηρεσίες που αξίζει να πωληθούν, στις πραγματικές αγορές.

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Έλλειμμα «συνείδησης» - Tου Mπαμπη Παπαδημηριου

Συνείδηση έχουν όλοι. Κι εκείνοι που ψήφισαν «υπέρ», «κατά», «παρών», ακολουθώντας την κομματική «γραμμή». Και οι αντιρρησίες. Η γνώμη είναι σεβαστή. Η ψήφος των βουλευτών είναι πάντοτε κατά συνείδηση. Βεβαίως, όταν λέμε δεν πρέπει να υπάρχει κομματικός συγκεντρωτισμός σε θέματα συνείδησης, εννοούμε, κατά κύριο λόγο, ζητήματα φιλοσοφικής ή θρησκευτικής πίστης, φυλετικής ή εθνοτικής ταυτότητας και, βεβαίως, σεξουαλικών επιλογών.

Οταν όμως λέμε ότι οι εκπρόσωποι θα πρέπει, πιο συχνά, να αφήνονται να επιλέγουν «κατά συνείδηση», δεν εννοούμε ότι καθείς θα κάνει ό, τι νομίζει σε κεντρικά ζητήματα της τρέχουσας διακυβέρνησης. Η ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου, όπως οργανώθηκε και με το διακύβευμα που τελικά έθετε, δεν μπορούσε παρά να συνοδευθεί με τήρηση της κομματικής πειθαρχίας.

Εδώ όμως βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα. Στα ελληνικά κόμματα υπάρχει σοβαρό δημοκρατικό έλλειμμα. Δείτε, για παράδειγμα, το Κ.Κ. Μπορεί το κόμμα αυτό να βρίσκεται με το ένα πόδι στη νομιμότητα, συντηρεί όμως μια εσωτερική τάξη συζητώντας τις θέσεις που τελικά αναπτύσσει η γραμματέας του από το βήμα της Βουλής. Το ίδιο συμβαίνει, με πιο χαοτικό τρόπο, στον χώρο των φίλων του κ. Τσίπρα. Γενικότερα, στην αριστερή πλευρά του ημικυκλίου, μέλη, στελέχη και βουλευτές συζητούν και, χωρίς αμφιβολία, συμφωνούν στην εκλογική στάση.

Στην αντίθετη πλευρά του Κοινοβουλίου, η κυρία Μπακογιάννη πλήρωσε το πρώτο βαρύ τίμημα της εμμονής της να δημιουργήσει κόμμα. Τουλάχιστον, όμως, στη «Συμμαχία» πριν καταλήξουν στο απερίγραπτο «παρών» αντάλλαξαν επιχειρήματα. Η πρόεδρος του εν λόγω σχηματισμού, για δεύτερη φορά μέσα σε λίγο χρόνο, βρέθηκε να υπερασπίζεται άποψη την οποία δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ενδομύχως συμμερίζεται.

Στο διπλανό τμήμα, το κόμμα της, όχι και τόσο, Νέας Δημοκρατίας αποφεύγει τις συγκεντρώσεις ενημέρωσης και προβληματισμού των μελών του. Με την εξαίρεση ορισμένων συνετών βουλευτών που συνεχίζουν τη συζήτηση, η ομάδα του κ. Σαμαρά, στην οποία έχουν εμπιστευθεί την παράδοση της φιλελεύθερης παράταξης, αποφεύγει την εσωτερική δημοκρατία. Για το «πέρασμα της γραμμής» επιστρατεύονται φιλικώς διακείμενα τηλεπαράθυρα και αργυρώνητα ιστολόγια.

Τέλος, στο κόμμα της πλειοψηφίας, όπου, από την εποχή του ιδρυτή - φυλάρχου μέχρι την παραδοξότητα που έχει σήμερα εισαγάγει η «ομάδα φίλων του προέδρου», δεν σέβονται την εσωκομματική δημοκρατία, αποφεύγουν επίσης την ανταλλαγή απόψεων. Η παρτίδα διεσώθη μερικώς λόγω του συμβιβασμού με την πλευρά Βενιζέλου. Εχει όμως χαθεί στα μεγάλα συνδικάτα των ΔΕΚΟ, όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη μετριασμού των πιο εξτρεμιστικών αντιλήψεων.

Το δημοκρατικό έλλειμμα των κομμάτων καθιστά περισσότερο επιτακτική την καλή λειτουργία της κρατικής διοίκησης, της κυβερνητικής μηχανής και των οργάνων του Κοινοβουλίου. Η χώρα εκτίθεται από την ανικανότητα που επιδεικνύει στη διαχείριση της κρίσης, ακόμη και μετά μια τόσο μεγάλη βοήθεια όπως αυτή που μας έχει παρασχεθεί. Το πολίτευμα στηρίζεται στα κόμματα. Η Ιστορία δεν κάνει λάθος όταν διακρίνει εκείνον που βάζει πλάτη από τον άλλον που καιροσκοπεί. Πάντα κατά «συνείδηση».

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Για ένα πατριωτικό Μνημόνιο - Tου Μπάμπη Παπαδημητρίου

Πριν από λίγες ημέρες, ο συμπαθέστατος φίλος Μίμης Ανδρουλάκης σημειολόγησε προτείνοντας το εξής: «Ο νέος οικονομικός πατριωτισμός συμπυκνώνεται σε μια απλή αλλά καταλυτική ατομική και συλλογική πράξη: επαναπατρισμός των καταθέσεων με πλήρη, εγγυημένη και μακρόχρονη φορολογική τους αμνηστία».

Τον βουλευτή του ΠΑΣΟΚ έχει προλάβει ο Γιώργος Καρατζαφέρης, ο οποίος, από πέρυσι τον Φεβρουάριο είχε επικαλεστεί τη «φορολογική ασπίδα» που χρησιμοποίησαν Ιταλία και Τουρκία για να διευκολύνουν υποθέσεις φοροαποφυγής.

Η ιδέα είναι παλαιά και είναι λανθασμένη. Το κράτος δέχεται να διευκολύνει τη φοροδιαφυγή και ενεργεί ως μηχανή πλυσίματος βρώμικου χρήματος. Το μέτρο είναι αναποτελεσματικό, όπως απέδειξαν παλαιότερες ρυθμίσεις Αλογοσκούφη και Παπακωνσταντίνου.

Τέλος, νοθεύει την ελεύθερη, αλλά υπεύθυνη, κίνηση κεφαλαίων. Το δικαίωμα αυτό απέκτησε ο πληθυσμός της χώρας μας σε δύο φάσεις, το 1992 και το 1994. Μέχρι τότε μόνον όσοι διέθεταν, νόμιμα ή παράνομα, κεφάλαια στο εξωτερικό είχαν παρόμοιες δυνατότητες.
Η γενναία αυτή πράξη έγινε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αργότερα, η κυβέρνηση Α. Παπανδρέου, επεδίωξε, κατά την προσφιλή τακτική της παράταξης, να «παίξει» με τις αγορές και να αθετήσει την ανειλημμένη υποχρέωση ολοκλήρωσής της. Ορθώς, όμως, ο Γιάννος Παπαντωνίου εισηγήθηκε και επέτυχε την επίσπευσή της.

Ολα αυτά έγιναν σε συνθήκες πρωτοφανούς πίεσης προς τη δραχμή, υποβιβασμού της ελληνικής οικονομίας από τους οίκους αξιολόγησης, συνταρακτικής αναθεώρησης του τρέχοντος Προγράμματος Σύγκλισης (κάτι σαν το Μνημόνιο της εποχής!) και αφόρητων διεθνών πιέσεων, με χαρακτηριστικότερες εκείνες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Η απελευθέρωση των κεφαλαίων είναι χρήσιμη για πολλούς λόγους. Αυτός που ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι η δυνατότητα όλων να μετακινούν τις καταθέσεις τους σε οποιοδήποτε σημείο της Ευρωζώνης ή όσων άλλων κρατών έχουν με την Ελλάδα τη σχετική συμφωνία αμοιβαιότητας.

Οι αποφάσεις των καταθετών εκπέμπουν χρήσιμο σήμα κινδύνου και συμμόρφωσης. Μπορούν μάλιστα να υποχρεώσουν τα δύο μεγάλα και τα δύο ή και τρία από τα μικρότερα κόμματα, να συνυπογράψουν ένα Πατριωτικό Μνημόνιο.

Στο Μνημόνιο αυτό, θα καταγραφούν λίγες αρχές. Ο προγραμματισμός απαραίτητων μεταρρυθμίσεων ώστε να διασφαλιστούν η μεσοπρόθεσμη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών και η βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας.

Στο ίδιο Μνημόνιο θα συμφωνηθεί το όριο αύξησης του κρατικού δανεισμού, για την περίοδο 2011-2015. Η Μόνιμη Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής, με τη βοήθεια της νέας Εθνικής Δημοσιονομικής Αρχής, του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και της Στατιστικής Αρχής, θα ασκεί τον διαρκή έλεγχο όλων των δημοσιονομικών πραγμάτων. Υπεύθυνοι τριών Αρχών θα οριστούν προσωπικότητες ευρύτατης επιστημονικής, ηθικής και πολιτικής αποδοχής.

Το Πατριωτικό Μνημόνιο θα ορίσει στην κυβέρνηση τι πρέπει και τι μπορεί να κάνει. Οι διεθνείς πιέσεις θα περιοριστούν και, κυρίως, θα μπορέσουμε να εμπιστευθούμε τις προοπτικές της οικονομίας. Οσο δύσκολες κι αν είναι!

Disqus for Alternative Greek Politic Review