Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρυσολωράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρυσολωράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Ευρωπαϊκός επαρχιωτισμός - Tου Νικου Χρυσολωρα

Αν και η Ελλάδα αποτελεί κατά γενική ομολογία «ειδική περίπτωση» που δικαιολογημένα οι Ευρωπαίοι δεν ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν, δεν μπορεί να ισχυριστεί το ίδιο κανείς και για την κρίση της Ευρωζώνης. Σε αντίθεση με τις μεγάλες οικονομικές κρίσεις του παρελθόντος, αυτή τη φορά δεν είμαστε απροετοίμαστοι. 

Γνωρίζουμε τι φταίει, τι πήγε στραβά και τι πρέπει να γίνει. Εχουμε στη διάθεσή μας δεκάδες εμπεριστατωμένες εκθέσεις από διεθνείς οργανισμούς, πανεπιστήμια και ειδικούς (παρεμπιπτόντως, μία από τις καλύτερες σχετικές μελέτες εκδόθηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα, λέγεται «Golden Growth: Restoring the lustre of the European Economic Model» και είναι ελεύθερα διαθέσιμη στο Διαδίκτυο). 

Τα αναγκαία βήματα είναι, λοιπόν, γνωστά και περιγράφονται σε γενικές γραμμές στο σχέδιο των κ. Βαν Ρομπέι, Μπαρόζο, Ντράγκι και Γιουνκέρ, που δημοσιεύθηκε χθες εν όψει του Συμβουλίου Κορυφής, αλλά και πιο αναλυτικά στις προτάσεις του ΔΝΤ που είδαν το φως της δημοσιότητας την περασμένη εβδομάδα. 

 Οι προτάσεις που έχουμε στη διάθεσή μας συνοψίζονται ως εξής: σε πρώτη φάση απαιτείται η υιοθέτηση πιο «δημιουργικής» πολιτικής από την ΕΚΤ, η ανακεφαλαιοποίηση και εξυγίανση των ευρωπαϊκών τραπεζών και η δημοσιονομική προσαρμογή των κρατών που έχουν αποκλειστεί από τις αγορές, με έμφαση όμως στη μείωση του διαρθρωτικού και όχι του ονομαστικού ελλείμματος. Σε δεύτερη φάση, πρέπει να αποφασιστεί από τώρα η τραπεζική ενοποίηση της Ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης και της κοινής εγγύησης των καταθέσεων. 

Επιπλέον, αναγκαία προ πολλού είναι και η δημοσιονομική ένωση, συμπεριλαμβανομένης και της έκδοσης ευρωομολόγων (υπό τον όρο του κεντρικού ελέγχου των προϋπολογισμών των κρατών-μελών). Τρίτον, θα πρέπει να προχωρήσουν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας στον Νότο, με αναπτυξιακά αντίβαρα για να αμβλυνθεί η ένταση της ύφεσης και της ανεργίας. 

Τέλος, τα άλματα αυτά προς την οικονομική ένωση δεν μπορούν παρά να συνοδευθούν και από αντίστοιχες κινήσεις προς την κατεύθυνση της πολιτικής ενοποίησης, ώστε να μη στερούνται δημοκρατικής νομιμοποίησης. Αφού λοιπόν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες είναι απολύτως ενημερωμένες για το τι πρέπει να γίνει, γιατί δεν το κάνουν; Εδώ και μήνες, παρακολουθούμε το παιχνίδι της Κολοκυθιάς: τα μεν κράτη με άριστη πιστοληπτική αξιολόγηση να ζητούν κεντρικό έλεγχο επί των εθνικών οικονομικών ώστε να συναινέσουν σε περισσότερη αλληλεγγύη και οι υπόλοιποι να ζητούν περισσότερη αλληλεγγύη προκειμένου να συναινέσουν στην εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας. 

Στο εύλογο ερώτημα γιατί δεν προχωρούν και τα δύο ταυτόχρονα, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες δεν έχουν δώσει, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, πειστική απάντηση. Στο μεταξύ, οι αναλυτές των αγορών έχουν πλέον γίνει ειδικοί στους βυζαντινισμούς των Βρυξελλών και στον λαβύρινθο της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων και δεν πείθονται από γενικόλογες διακηρύξεις. Το αποτέλεσμα είναι ότι ενώ τα θεμέλια της οικονομίας της Ευρωζώνης (εμπορικό ισοζύγιο, έλλειμμα, χρέος κ.λπ.) είναι πολύ πιο στέρεα από τα αντίστοιχα των ΗΠΑ, της Βρετανίας ή της Ιαπωνίας, η ύφεση, η ανεργία, η αβεβαιότητα και το υψηλό κόστος δανεισμού έχουν χτυπήσει το κοινό νόμισμα. 

 Ταυτόχρονα με την οικονομική κρίση, ο γεωπολιτικός επαρχιωτισμός της Ε.Ε., δηλαδή η πλήρης απουσία της από τις εξελίξεις που δεν αφορούν τις άμεσα γειτονικές μας χώρες, έχει δημιουργήσει την εντύπωση στην Ασία ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε πορεία μη αναστρέψιμης παρακμής. Η αναντιστοιχία μεταξύ των πραγματικών μεγεθών της Ευρωζώνης και της εικόνας που έχει ο υπόλοιπος κόσμος, μεταξύ αριθμών και εντυπώσεων, καταδεικνύει ότι το πρόβλημα είναι πολιτικό. 

Οτι το παιχνίδι της Κολοκυθιάς οφείλεται στο γεγονός πως οι ηγέτες της Ευρωζώνης ιεραρχούν τις μικροπολιτικές τους σκοπιμότητες πάνω από τη μεσοπρόθεσμη επιβίωση των κρατών τους απέναντι στους γίγαντες της Ασίας και της Αμερικής. Και ότι λόγω αυτής της ανεπάρκειας, είναι αναμενόμενο να έχουν τις αμφιβολίες τους οι αγορές για το αν θα επικρατήσει τελικά η κοινή λογική ή οι διαλυτικές τάσεις, που διαρκώς ενισχύονται.

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Οταν το κράτος διασύρει τους πολίτες του - Του Νικου Χρυσολωρα

Oυδέποτε η Ελλάδα εθεωρείτο «κανονική» χώρα. Πλέον, όμως, το ποτήρι έχει ξεχειλίσει. Αλλεπάλληλα περισταστικά δίνουν στο εξωτερικό την εικόνα πλήρους διάλυσης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη διπλωματική μας θέση, την ευρωπαϊκή μας πορεία, τις προοπτικές προσέλκυσης επενδύσεων και ανασυγκρότησης της οικονομίας μας. 

 Σταχυολογώ ενδεικτικά από τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών: μετά τις εκλογές, δημιουργείται μέσω διαρροών η προσδοκία σχηματισμού κυβέρνησης με στελέχη εκτός κομματικού σωλήνα, τα οποία θα έχουν μεν ιδεολογικές και πολιτικές αναφορές στα τρία κόμματα (απολύτως λογικό), αλλά θα διαθέτουν τεκμήρια καταξίωσης σε θέσεις ευθύνης, ώστε να μπορέσουν να σηκώσουν το βάρος της διακυβέρνησης σε αυτές τις δύσκολες ώρες. Οι προσκοδίες αυτές ματαιώνονται, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων. 

 Μία από αυτές τις εξαιρέσεις είναι ο υπουργός Οικονομικών. Δεν εξετάζω τους λόγους που οδήγησαν στην παραίτηση του κ. Ράπανου. Οποιοι και να ήταν, όμως, θα έπρεπε να είναι γνωστοί από την πρώτη στιγμή που ανακοινώθηκε ο διορισμός του. Δεν είναι δυνατόν η κυβέρνηση ενός κράτους που βρίσκεται σε καθεστώς χρεοκοπίας, με ταμειακά διαθέσιμα λίγων εβδομάδων, να ανακοινώνει το όνομα του υπουργού Οικονομικών και στη συνέχεια να ανακαλεί τις ανακοινώσεις της. 

Ηδη, το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει παρουσιάσει τέσσερις διαφορετικούς πρωθυπουργούς και ισάριθμους υπουργούς Οικονομικών τα τελευταία δύο χρόνια δημιουργεί εύλογα το ερώτημα στους εταίρους της πώς είναι δυνατόν να περιμένουν στοιχειώδη συνέχεια, συνοχή και συνέπεια από μια τέτοια χώρα. Σε κάθε συμβούλιο, κορυφής ή υπουργών, οι Ευρωπαίοι κάνουν και μια καινούργια γνωριμία από την Ελλάδα. Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, ανακοινώνουμε ότι λόγω του αιφνιδίου θέματος υγείας που αντιμετωπίζει ο πρωθυπουργός, η χώρα μας θα εκπροσωπηθεί στο Συμβούλιο Κορυφής από τον υπουργό Εξωτερικών κ. Δημήτρη Αβραμόπουλο. 

Διερωτώμαι πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος στο κυβερνητικό επιτελείο που να γνωρίζει τον εσωτερικό κανονισμό του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σύμφωνα με τον οποίο τα κράτη εκπροσωπούνται σε αυτό μονάχα από αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων. Σημειώνεται εδώ ότι αναφερόμαστε σε επαγγελματίες πολιτικούς, για τους οποίους η διαδρομή Αθήνα - Βρυξέλλες είναι τόσο συχνή όσο και η διαδρομή Παγκράτι - Κολιάτσου. 

Κι αν δεν ήξερε κανένας, δεν μπορούσε να ρωτήσει, αφού η απουσία πρωθυπουργού από σύνοδο κορυφής είναι φαινόμενο εξαιρετικά σπάνιο; Ολα τα παραπάνω έρχονται σαν το κερασάκι στην τούρτα του διασυρμού που υπέστη η εικόνα της Ελλάδος στο εξωτερικό τα τελευταία δύο χρόνια και επιβεβαιώνουν όσους στις Βρυξέλλες επιμένουν ότι, ανεξάρτητα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης, η Ελλάδα είναι «ειδική περίπτωση», καθώς δεν έχει φθάσει στο στάδιο πολιτικής και οικονομικής ανάπτυξης που να δικαιολογεί θέση στο τραπέζι του Eurogroup. Φυσικά, τα πράγματα στο εσωτερικό δεν είναι καλύτερα. 

Το κράτος όχι μόνον αδυνατεί να φέρει εις πέρας στοιχειώδεις λειτουργίες του, αλλά και κάνει ό,τι μπορεί για να ψήσει το ψάρι στα χείλη όσων πολιτών του επιμένουν να είναι νομοταγείς και να δυσκολέψει τη ζωή στους ελάχιστους «ψυχοπαθείς» που έχουν απομείνει να προσπαθούν να επενδύσουν και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας στην Ελλάδα. Και παρά την κρίση, τίποτε σχεδόν δεν έγινε τα τελευταία δύο χρόνια, προκειμένου να αλλάξει κάτι. Ισα ίσα, το ίδιο αναποτελεσματικό κράτος καλείται να διεκπεραιώσει τον ίδιο ή και περισσότερο φόρτο ανούσιας εργασίας, με πολύ λιγότερους πόρους, λόγω κρίσης.

 Στις εκλογές της 17ης Ιουνίου, εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες έκαναν το καθήκον τους: έκλεισαν τα αυτιά σε όσους τους υπόσχονταν και πάλι λαγούς με πετραχήλια και ότι «λεφτά υπάρχουν» και επέλεξαν το δύσκολο, τον επώδυνο τρόπο της προσαρμογής στη χωρίς δανεικά ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Το λιγότερο που έχουν να περιμένουν αυτοί οι πολίτες σε αντάλλαγμα της εντολής τους από το κράτος είναι να μην τους διασύρει. Οποιοι επιδείξουν και πάλι εγκληματική ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, πολύ φοβάμαι ότι θα έχει κακό τέλος. Οχι απ’ όσους τους ψήφισαν, κρατώντας τη μύτη τους, αλλά από τους άλλους που τους περιμένουν στη γωνία...

Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Η επώδυνη προσαρμογή - Tου Νικου Χρυσολωρα

Μπορεί στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες χώρες του Νότου να διαμαρτυρόμαστε –και δικαίως εν μέρει– για την αντίδραση της Γερμανίας και των υπόλοιπων βορειοευρωπαϊκών κρατών στην κρίση, αλλά και στη Βόρεια Ευρώπη έχουν δίκιο να συγχύζονται και να μπερδεύονται με τα δικά μας επιχειρήματα και τις αντιδράσεις μας.

 Διαμαρτυρόμαστε, για παράδειγμα, για το «μείγμα» της πολιτικής του Μνημονίου. Ας αφήσουμε για λίγο κατά μέρος το γεγονός ότι είναι δύσκολο να πειστεί ο Βέλγος πολίτης (και δανειστής μας), ο οποίος πληρώνει φόρο 45% για εισοδήματα άνω των 19.00 ευρώ και 50% για εισοδήματα άνω των 35.000 ευρώ και απολαμβάνει αφορολόγητο μόλις 6.570 ευρώ (σε μια χώρα πολύ πιο ακριβή από τη δική μας), ότι στην Ελλάδα υποφέρουμε από τα «φορομπηχτικά» μέτρα. Ή να καταλάβει ο Ιταλός που δανείζεται με 6% επιτόκιο γιατί τον αποκαλούμε «τοκογλύφο», όταν μας δανείζει εμάς με 3%. 

Το μεγάλο παράδοξο είναι ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων δύο χρόνων εφάρμοσαν κυρίως το δημοσιονομικό σκέλος του Μνημονίου, για το οποίο ακριβώς διαμαρτύρονται! Το σκέλος των μεταρρυθμίσεων και των μικρών και μεγάλων αλλαγών που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την καθημερινότητά μας και να θέσουν τις βάσεις για την ανασυγκρότηση της οικονομίας μας, το παραπέμψαμε στις ελληνικές καλένδες.

 Το «μείγμα» μόνοι μας το χαλάσαμε, λες και το κάναμε επίτηδες ή για να επιβεβαιώσουμε τους συνωμοσιολόγους των Βρυξελλών, που υποπτεύονται ότι ένα μέρος της πολιτικής μας τάξης θέλει κατά βάθος να καταρρεύσει το πρόγραμμα και να μας πάει στη δραχμή.

 Διαμαρτυρόμαστε επίσης για την άρνηση της Γερμανίας και των άλλων κρατών με αξιολόγηση ΑΑΑ να ενδώσουν στην έκδοση ευρωομολόγων και στην εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ταυτόχρονα, όμως, διαμαρτυρόμαστε και για τους «γκαουλάιτερ» και τις «ξένες» παρεμβάσεις στα εσωτερικά μας. Ωστόσο, η «συνευθύνη» για τα χρέη (για να χρησιμοποιήσω Βενιζέλειους όρους) συνεπάγεται και συνδιαχείριση των δαπανών. 

Και εμβάθυνση της ενοποίησης σημαίνει ότι αποδεχόμαστε πως Φινλανδοί, Γάλλοι και Γερμανοί θα έχουν λόγο στο πώς επιμερίζουμε τις δαπάνες μας, χωρίς να τους θεωρούμε «ξένους», αλλά Ευρωπαίους συμπολίτες μας. Εκτός εάν ζητάμε να ξοδεύουμε όπως μας αρέσει και ύστερα να στέλνουμε τον λογαριασμό στο Βερολίνο και στις Βρυξέλλες, οπότε, συγγνώμη, αλλά αν ήμουν Βορειοευρωπαίος, δεν θα μου φαινόταν καθόλου καλή μια τέτοια συμφωνία. 

 Επιπλέον, βγάζουμε πύρινους λόγους για την ανευθυνότητα των τραπεζών και την υπερέκθεσή τους στις αγορές ακινήτων. Σε ένα οικονομικό σύστημα που βασίζεται στην πίστωση όμως, αυστηρότεροι κανόνες δανειοδότησης και «απομόχλευση» των διαθεσίμων των τραπεζών σημαίνει και λιγότερη ρευστότητα στην οικονομία και, επομένως, συμπίεση της ανάπτυξης. Πολλοί δεν φαίνονται διατεθειμένοι να το αποδεχθούν και ωρύονται γιατί οι τράπεζες «δεν ρίχνουν λεφτά» στην αγορά. 

Ανάλογες επικρίσεις ακούγονται και για το κράτος, κυρίως στην Ελλάδα. Διότι, ας το παραδεχθούμε: οι περισσότεροι που μιλούν για «ανάπτυξη», εννοούν να μοιράσει λεφτά το χρεοκοπημένο μας κράτος, με παράνομες επιδοτήσεις, προκηρύξεις έργων για εταιρείες που δεν έχουν άλλους πελάτες πλην του Δημοσίου, κρατικές διαφημίσεις σε χρεοκοπημένα ΜΜΕ κ.λπ. Αυτόν τον τρόπο ανάπτυξης μάθαμε, αυτόν νοσταλγούμε. Η σύγχυση και οι αντιφάσεις θα συνεχιστούν αν δεν συνειδητοποιήσουμε την αιτία του αδιεξόδου: ότι αυτό που ζούμε σήμερα είναι η επώδυνη (τραγική για πολλούς) προσαρμογή του βιοτικού μας επιπέδου στον πραγματικό πλούτο που παράγεται σε αυτήν τη χώρα.

 Η «ακύρωση» του Μνημονίου δεν θα μας επαναφέρει στο 2008, γιατί απλούστατα κανείς δεν μας δανείζει πια, για να ζούμε όπως το 2008. Ο μόνος τρόπος εξόδου από την κρίση είναι, επομένως, να αυξήσουμε τον πλούτο που παράγουμε. Δυστυχώς, θα χρειαστεί να περάσουν χρόνια για να το καταφέρουμε, θα απαιτηθεί πολύς ιδρώτας και πολύ μεγαλύτερη βοήθεια και υπομονή από τους εταίρους μας. Το κυριότερο, θα χρειαστεί να αμφισβητήσουμε τις παλαιές μας βεβαιότητες για το ποιοι θα πρέπει να αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» μιας ευημερούσας οικονομίας.

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Ο ελέφαντας στο δωμάτιο - Του Νίκου Χρυσολωρά

Όπως ήταν αναμενόμενο, το μεγάλο ερώτημα αυτών των εκλογών δεν απαντήθηκε, διότι ουσιαστικά ουδέποτε ετέθη από τους βασικούς διεκδικητές της εξουσίας. Νέα Δημοκρατία, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ διαγκωνίστηκαν για το ποιος θα υποσχεθεί στους πολίτες περισσότερες παραχωρήσεις από την Τρόικα, υπό τη μορφή «αναδιαπραγμάτευσης», «επαναδιαπραγμάτευσης», ή «αντικατάστασης» του Μνημονίου. 

Αν και όλοι λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο, νικητής του διαγωνισμού της ανοητολογίας αναδείχθηκε φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ, υποσχόμενος ότι η Ελλάδα μπορεί να εξασφαλίσει την απαραίτητη ρευστότητα από τους εταίρους της ώστε να παραμείνει στο ευρώ, χωρίς καμία δέσμευση από τη δική μας πλευρά ότι θα μειώσουμε τα ελλείμματά μας και θα αποκαταστήσουμε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας. 

Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχέθηκε ότι οι Ευρωπαίοι θα συμφωνήσουν αδιαμαρτύρητα να χρηματοδοτούν επ’ αόριστον και χωρίς κανέναν όρο την Ελλάδα, αφού οι αγορές μας έχουν προ πολλού κλείσει την πόρτα και αποκλείεται για πολλά-πολλά χρόνια να αναχρηματοδοτήσουν τα ελλείμματά μας. 

 Η εξωφρενική αυτή θέση, χωρίς κανένα έρεισμα στην πολιτική πραγματικότητα και χωρίς καμία επίσημη ή ανεπίσημη τοποθέτηση ευρωπαϊκής κυβέρνησης που να την στηρίζει, επιβραβεύθηκε στην κάλπη, με ευθύνη και των αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ κομμάτων. Διότι τόσο το ΠΑΣΟΚ, όσο και η ΝΔ, αρνήθηκαν επίσης να πουν την αλήθεια στους πολίτες. Και η πικρή αλήθεια, ο ελέφαντας μέσα στο δωμάτιο που επιμένουμε να αγνοούμε, είναι ότι μετά τη χρεοκοπία, η χώρα μας καλείται να επιβιώσει σε έναν κόσμο χωρίς δανεικά. 

Αυτό που ζούμε σήμερα είναι η «Έρημος του Πραγματικού», όπως θα έλεγε και ο υποστηρικτής του ΣΥΡΙΖΑ, Σλαβόι Ζίζεκ. Το βιοτικό επίπεδο της Ελλάδας προσαρμόζεται εδώ και δύο χρόνια στον πραγματικό πλούτο που παράγει αυτή η χώρα. Και ο πραγματικός αυτός πλούτος, χωρίς το χαλί των δανεικών, είναι πολύ λίγος. Για να αυξηθεί, θα περάσει πολύς καιρός και θα απαιτηθεί προηγουμένως πλήρης αναδιάρθρωση των δομών της οικονομίας μας, του τρόπου λειτουργίας του κράτους, της ίδιας της νοοτροπίας μας. 

Το μοντέλο της ανάπτυξης που τροδοφοτείται από την ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση με δανεικά, βυθίζεται οριστικά. Όσοι παραμείνουν γατζωμένοι επάνω του, αρνούμενοι ή αδυνατώντας να αποχωριστούν τις παλαιές τους βεβαιότητες, θα βυθιστούν μαζί του. Το μεγάλο ερώτημα είναι λοιπόν αν θα επιλέξουμε τον αυτοχειριασμό, ως πολίτες ξεχωριστά και ως έθνος συλλογικά. 

 Στο μεταξύ, όσο η πολιτική ηγεσία του τόπου αρνείται να πει (ή μήπως να αντιληφθεί;) αυτήν την αλήθεια και κοιτάει πως θα πετάξει στον διπλανό της την καυτή πατάτα, ισχυροί κύκλοι του Βερολίνου και των Βρυξελλών, εργάζονται ήδη εντατικά για την εκπαραθύρωση της Ελλάδας από το ευρώ, ενδεχομένως και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όλες οι σχετικές προετοιμασίες έχουν προσφάτως ολοκληρωθεί. 

Το μόνο που χρειάζονται πλέον, είναι να παρουσιαστεί η συρρίκνωση της ευρωζώνης ως αποτέλεσμα των ενεργειών κάποιου τρίτου παράγοντα. Ψάχνουν δηλαδή τον τρελό του χωριού, για να του φορτώσουν το έγκλημα. Αυτό που μένει να απαντηθεί από αύριο είναι αν ελληνικές πολιτικές δυνάμεις θα δεχθούν να παίξουν αυτόν τον ρόλο.

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Το 1843 η πρώτη σύμπραξη πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα , Του Νικου Xρυσολωρα

Από την ιστορική αναδρομή στις κυβερνήσεις συνεργασίας του παρελθόντος, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι όσες προσπάθειες διακομματικής συνεργασίας τελεσφόρησαν, το οφείλουν στο γεγονός ότι οι συμμετέχοντες κατάφεραν να παραμερίσουν τις παλαιές τους διχόνοιες, στον βωμό ενός υπέρτερου κοινού στόχου. Αντιθέτως, όταν οι συμπράξεις είχαν αμιγώς ευκαιριακό χαρακτήρα, διαλύθηκαν εις τα εξ ων συνετέθησαν, συνήθως με αποκλειστική υπαιτιότητα των κομμάτων που αποτελούσαν το κοινό σχήμα. Η τελευταία αυτή διαπίστωση ισχύει κυρίως για τις «οικουμενικές» λεγόμενες κυβερνήσεις (ο όρος που έχει επικρατήσει να χρησιμοποιείται είναι φυσικά λανθασμένος, αφού καμία κυβέρνηση δεν απολαμβάνει τη στήριξη όλης της οικουμένης!).

Οι πρώτες συμπράξεις πολιτικών κομμάτων στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία έγιναν αρχικά το 1843, με αίτημα την παραχώρηση Συντάγματος από τον βασιλιά Οθωνα και αργότερα, το 1862, όταν η «Προσωρινή Κυβέρνησις της Ελλάδος» ανέλαβε τα ηνία της χώρας, μετά την ανατροπή του Βαυαρού μονάρχη. Ο όρος «οικουμενική» χρησιμοποιείται για πρώτη φορά για την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Κανάρη, η οποία συγκροτήθηκε το 1877, μέσα σε κλίμα γενικευμένης κοινωνικής αναταραχής. Η κυβέρνηση ήταν βραχύβια, αφενός μεν επειδή ο γηραιός πλέον ήρωας της Επανάστασης εγκατέλειψε τα εγκόσμια λίγο μετά από τον σχηματισμό της, αφετέρου δε επειδή η επιλογή στη συνέχεια της εναλλαγής στην ηγεσία της, των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων που την αποτελούσαν, αποδείχθηκε όπως ήταν φυσικό, δυσλειτουργική.

Η επόμενη προσπάθεια σχηματισμού «οικουμενικής» κυβέρνησης έγινε το 1926, όταν οι βενιζελικές και οι αντι-βενιζελικές παρατάξεις της χώρας συμφώνησαν να συγκυβερνήσουν, ελλείψει αυτοδυναμίας, υπό την πρωθυπουργία του Αλέξανδρου Ζαΐμη. Οπως γίνεται αντιληπτό από τη σύνθεση εκείνης της κυβέρνησης, ο νεποτισμός αποτελεί ίδιον της ελληνικής πολιτικής σκηνής, από συστάσεως κράτους και έπειτα.

Συγκεκριμένα, ο επικεφαλής της κυβέρνησης, Αλέξανδρος Ζαΐμης, ήταν γιος του πρώην πρωθυπουργού Θρασύβουλου Ζαΐμη, ο οποίος συμμετείχε στην οικουμενική κυβέρνηση του 1877 και ήταν γιος του επίσης πρωθυπουργού της Ελλάδος, Ανδρέα Ζαΐμη (η οικογένεια Παπανδρέου δεν είναι η πρώτη που πετυχαίνει το τρία στα τρία!). Στην κυβέρνηση επίσης συμμετείχε και ο Αλέξανδρος Κανάρης, εγγονός του μπουρλοτιέρη Κωνσταντίνου Κανάρη, που ήταν πρωθυπουργός στην πρώτη οικουμενική, αλλά και προσωπικότητες διαμετρικά αντίθετες ιδεολογικά, όπως ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου και ο Ιωάννης Μεταξάς.

Εντέλει και η δεύτερη οικουμενική διαλύθηκε το 1928, αν και αποδείχθηκε πιο σταθερή και επιτυχημένη από την πρώτη οικουμενική. Ακολούθησε η χρεοκοπία του ελληνικού κράτους και περίοδος παρατεταμένης πολιτικής αστάθειας. Τελικά, ο Ιωάννης Μεταξάς, υπουργός Συγκοινωνιών στην οικουμενική του 1926, έγινε δικτάτορας το 1936, αφού όμως είχε λάβει, λίγους μήνες νωρίτερα, διακομματική ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.

Ακόμη χειρότερη ήταν η τύχη της κυβέρνησης «Εθνικής Ενώσεως» του 1944, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, η οποία διαλύθηκε όταν τα μέλη της που πρόσκειντο στο ΕΑΜ, αποχώρησαν στις 2 Δεκεμβρίου 1944. Ακολούθησε, δύο ημέρες αργότερα, η προσπάθεια του ΚΚΕ να καταλάβει την εξουσία, με αποτέλεσμα το αιματοκύλισμα των Δεκεμβριανών και τον κατήφορο της χώρας προς τον Εμφύλιο.

Αντιθέτως, πολύ καλύτερη τύχη είχε η κυβέρνηση Σοφούλη-Τσαλδάρη, με τη σύμπραξη των Φιλελευθέρων και του Λαϊκού Κόμματος, το 1947, η οποία ανέδειξε την ενότητα των αστικών δυνάμεων στο μέσο του Εμφυλίου. Υπουργός Εσωτερικών σε αυτήν την κυβέρνηση ήταν ο Πέτρος Μαυρομιχάλης, γιος του πρώην πρωθυπουργού Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ο οποίος με τη σειρά του ήταν εγγονός του πολιτικού Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, αδελφού του Πετρόμπεη της Επανάστασης. Επίσης, ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και πρώην πρωθυπουργός, ήταν ανιψιός του επίσης πρώην πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη, ο οποίος ήταν και υπουργός στην οικουμενική κυβέρνηση Ζαΐμη.

Υστερα από δύο βραχύβιες συνεργασίες μεταξύ του Κέντρου και της Δεξιάς, το 1950 και το 1965, η επόμενη κυβέρνηση εθνικής ενότητας συγκροτήθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας, το 1974, υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και με τη συμμετοχή στελεχών της προδικτατορικής ΕΡΕ και της Ενωσης Κέντρου. Η κυβέρνηση κατάφερε να οδηγήσει τη χώρα με σχετική ομαλότητα σε εκλογές, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες.

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, τα ηνία της χώρας ανέλαβε και πάλι σε συνθήκες οξείας κρίσης, αυτή τη φορά οικονομικής και θεσμικής, η οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα. Αν και έγιναν βήματα σταθεροποίησης της οικονομίας, η όλη προσπάθεια υπονομεύθηκε εξαρχής, αφού όλα τα κόμματα που συμμετείχαν (ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ., ενιαίος Συνασπισμός) συμμερίζονταν την άποψη ότι το σχήμα αυτό ήταν αναγκαστικό και ποτέ δεν στήριξαν την ουσιαστική συνεργασία επί των φλεγόντων θεμάτων της εποχής. Της κυβέρνησης Ζολώτα είχε προηγηθεί η κυβέρνηση Τζαννετάκη (Ν.Δ.- Συνασπισμός), με την οποία μπήκε συμβολική ταφόπλακα στο μετεμφυλιακό μίσος μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, έστω και αν η μοναδική συγκολλητική της ουσία ήταν η σφοδρή αντιπαράθεση με τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Συμπερασματικά, οι κυβερνήσεις συνεργασίας φαίνεται από την Ιστορία ότι καταφέρνουν να επιτύχουν, ή έστω να διασφαλίσουν την επιβίωση της χώρας, μόνο όταν οι δυνάμεις που τις απαρτίζουν προέρχονται από ομοειδείς ιδεολογικά χώρους και όταν ο κοινός στόχος υπερτερεί των μικροκομματικών σκοπιμοτήτων.

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Μια παραμυθένια επένδυση στην Ελλάδα - Του Νικου Xρυσολωρα

Υστερα από αφόρητες πιέσεις της Αγκελα Μέρκελ και του Νικολά Σαρκοζί, μεγάλη ευρωπαϊκή επιχείρηση, συγκεκριμένα μία αυτοκινητοβιομηχανία, αποφασίζει να επενδύσει στην Ελλάδα, κατασκευάζοντας εργοστάσιο παραγωγής στη χώρα μας. Το έργο πρόκειται να δώσει δουλειά σε χιλιάδες συμπολίτες μας, από ανειδίκευτους εργάτες μέχρι διδάκτορες του Πολυτεχνείου, τόσο κατά το στάδιο της κατασκευής του όσο και κατά τη λειτουργία του. Επίσης, πολλές άλλες ελληνικές εταιρείες, σε τομείς όπως οι μεταφορές για παράδειγμα, θα αποκτήσουν έναν νέο, μεγάλο και σοβαρό πελάτη και η χώρα μας θα εισάγει πολύτιμη τεχνογνωσία.

Υποψιασμένη από όσα έχει ακούσει στα διεθνή μίντια, η επιχείρηση προσλαμβάνει μια ομάδα νομικών-κομάντος, ώστε να καταδυθούν στα ερεβώδη σπήλαια της ελληνικής νομοθεσίας - περιβαλλοντικής, χωροταξικής, πολεοδομικής, φορολογικής. Υστερα από πολύμηνη έρευνα στον λαβύρινθο, οι εξουθενωμένοι δικηγόροι αποφαίνονται ότι το έργο κολλάει στην παράγραφο τάδε, του Προεδρικού Διατάγματος τάδε, όπως αυτό ερμηνεύεται κατά την εγκύκλιο τάδε. Η επιχείρηση ειδοποιεί τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο ότι το έργο δεν μπορεί να γίνει. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες όμως συνεχίζουν να της ζητούν να προχωρήσει, διότι παρά τις πιέσεις που δέχονται από τους ψηφοφόρους τους, δεν θέλουν να αφήσουν την Ελλάδα να καταρρεύσει, λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης και των επιπτώσεων που κάτι τέτοιο θα είχε για την Ευρωζώνη.

Το πρόβλημα είναι ότι η βιομηχανία δεν μπορεί να ζητήσει ανοιχτά την άρση του νομικού κωλύματος στο πλαίσιο δημόσιας διαβούλευσης, διότι οι μισθοδοτούμενοι από τα δανεικά του κράτους εθνοπατέρες θα επαναστατήσουν για την «ωμή παρέμβαση των ξένων συμφερόντων» στα εσωτερικά της χώρας. Οι υπεύθυνοι της εταιρείας θα πρέπει λοιπόν να αποκτήσουν κρυφίως πρόσβαση στο υπουργικό γραφείο και να ζητήσουν να περάσει σχετική τροπολογία σε κάποιο άσχετο νομοσχέδιο. Η δουλειά πρέπει να γίνει αργά τη νύχτα, λίγο πριν από εορταστικό τριήμερο, κατά προτίμηση με σελήνη 12 ημερών, ανάδρομο Ερμή και βοριά φρέσκο, μην τυχόν και τους πάρει χαμπάρι κανείς.

Αφού γίνουν όλα αυτά, η επένδυση ανακοινώνεται ύστερα από λίγο πανηγυρικά, παρουσία τηλεοπτικών συνεργείων κ.λπ. Ωστόσο, το ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα, το οποίο βρίσκεται εκείνη την εποχή στην αντιπολίτευση, καταγγέλλει τη συμφωνία και δηλώνει ότι θα ακυρώσει τα πάντα όταν έλθει εν τη βασιλεία του. Παράλληλα, τα εθνικιστικά άκρα που απειλούν ότι θα μας βγάλουν από το ευρώ και θα προκαλέσουν άτακτη χρεοκοπία ενισχύονται στις δημοσκοπήσεις. Το Δ.Σ. της αυτοκινητοβιομηχανίας θορυβείται, η τιμή της μετοχής της πέφτει, αλλά οι Ελληνες σύμβουλοι της λένε και πάλι να μην ανησυχεί και την πείθουν να προχωρήσει.

Στη συνέχεια, ο δήμαρχος της περιοχής όπου θα γίνει το έργο, ανεπάγγελτο παιδί του κομματικού σωλήνα, και οι δημοτικοί σύμβουλοι, στην πλειοψηφία τους συνταξιούχοι συνδικαλιστές, που δεν πάλεψαν ποτέ για ένα βιογραφικό στη ζωή τους, σηκώνουν μπαϊράκι εναντίον της επένδυσης. Οι αδειοδοτήσεις προχωράνε αργά, η νομοθεσία αλλάζει συνέχεια, η αυτοκινητοβιομηχανία πρέπει να λαδώνει αφειδώς τα γρανάζια του Δημοσίου για να κινηθούν και τα ΜΜΕ, στα οποία δεν διαφημίζεται, την πολεμάνε αγρίως. Ταυτόχρονα, κατά φαντασία θιγόμενοι, καταπατητές των εκτάσεων όπου κατασκευάζεται το εργοστάσιο, μη κυβερνητικές οργανώσεις της κακιάς ώρας και μερικές δεκάδες στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ξεκινούν ανένδοτο δικαστικό αγώνα με αγωγές και μηνύσεις. Με το που κλείνει ένα μέτωπο ανοίγει άλλο. Μέχρι να κλείσουν όλες οι υποθέσεις στο ΣτΕ και τον Αρειο Πάγο, περνάει μια δεκαπενταετία.

Τα χρόνια κυλούν, το Μνημόνιο 27 εγκρίνεται και το εργοστάσιο τελικά ξεκινάει να λειτουργεί. Σε λίγους μήνες όμως, το ΚΚΕ, αφού πρώτα κάνει σαρωτικές μειώσεις και δεκάδες απολύσεις στις εταιρείες που ελέγχει, καταγγέλλει τους ανάλγητους καπιταλιστές εργοστασιάρχες επειδή δεν δίνουν κατώτατο μισθό 1.500 ευρώ και επίδομα προθέρμανσης αυτοκινήτου. Από κοντά και ο κ. Τσίπρας, Νέστορας πια της Αριστεράς, ο οποίος έχει επίσης επί μήνες απλήρωτους τους εργαζομένους στα ΜΜΕ του δικού του κόμματος. Το ΠΑΜΕ εμποδίζει την είσοδο στο εργοστάσιο σε όσους θέλουν να εργαστούν και η ΠΝΟ αλυσοδένεται στους καταπέλτες των οχηματαγωγών που θα μετέφεραν τα ολοκαίνουργια αμάξια στο εξωτερικό. Ο κ. Παπουτσής, ο οποίος στο μεταξύ έχει επιστρέψει δικαιωμένος στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, δηλώνει αναρμόδιος να επέμβει και ότι προτιμά σπασμένα αυτοκίνητα, παρά σπασμένα κεφάλια.

Τελικά, ο διευθύνων σύμβουλος της αυτοκινητοβιομηχανίας παθαίνει νευρικό κλονισμό, όταν ο γραμματέας του τού επιδίδει πρόσκληση να μιλήσει σε ημερίδα με θέμα «Επενδύσεις στην Ελλάδα». Εκτοτε νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική στην Ελβετία, χωρίς σημάδια βελτίωσης. Ελλείψει εναλλακτικών, το Δ.Σ της αυτοκινητοβιομηχανίας αποφασίζει να μεταφέρει το εργοστάσιο στο Αφγανιστάν, διότι οι πιθανές τρομοκρατικές επιθέσεις των Ταλιμπάν θεωρούνται μικρότερη απειλή για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης από την παραμονή της στην Ελλάδα. Στο μεταξύ, η ανεργία έχει φτάσει στο 55%. Οι μόνοι που έχουν δουλειά είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι και τα στελέχη των κομμάτων, τα οποία πληρώνονται, όποτε πληρώνονται, από τα δάνεια της τρισκατάρατης τρόικας.


Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Ποιος πληρώνει τα κόμματα - Του Νικου Xρυσολωρα

Ο τραγέλαφος που παρακολουθούμε τις τελευταίες εβδομάδες με τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων προσέθεσε ένα ακόμη λιθαράκι στο τείχος της απαξίωσης που χωρίζει πολίτες και πολιτικούς. Οι κατά κοινή ομολογία υπερβολικές, για τα δεδομένα της χώρας μας, παροχές που απολαμβάνουν οι κοινοβουλευτικές παρατάξεις, σε συνδυασμό με τη θεσμική τους προστασία από τον ανταγωνισμό νέων δυνάμεων και την ουσιαστική ασυλία των πολιτικών από ποινικές διώξεις, δημιουργούν την εντύπωση ότι μοναδικός στόχος του πολιτικού μας συστήματος είναι η αυτο-αναπαραγωγή του. Παράλληλα, ενισχύουν την απήχηση λαϊκιστικών θέσεων, όπως η κατάργηση της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων και η σαρωτική μείωση των βουλευτικών αποζημιώσεων, οι οποίες, αν εφαρμοστούν, θα οδηγήσουν σε περαιτέρω υπονόμευση της ήδη χαμηλής ποιότητας των δημοκρατικών μας θεσμών.

Είναι περιττό ίσως να τονιστεί ότι η κρατική ενίσχυση των κομμάτων, ή ακόμη και μεμονωμένων υποψηφίων, αλλά και η χορήγηση αξιοπρεπών αμοιβών σε αιρετούς άρχοντες κάθε βαθμίδας είναι κοινή πρακτική σε ολόκληρο σχεδόν τον δυτικό κόσμο και έχει ως προφανή στόχο να περιοριστεί η εξάρτηση της πολιτικής από κάθε είδους ιδιωτικά συμφέροντα. Σε αντάλλαγμα για τα προνόμιά τους, πολιτικοί και κόμματα συναινούν στον ενδελεχή έλεγχο των οικονομικών τους από ανεξάρτητες αρχές, στη δημοσιοποίηση των ονομάτων των ιδιωτών χορηγών τους και στη συμμόρφωση με κανόνες δεοντολογίας, η παραβίαση των οποίων επισείει βαριές κυρώσεις.

Η πιο συνηθισμένη μορφή διευκόλυνσης των κομμάτων στις περισσότερες δυτικές χώρες (π.χ. Αυστραλία, Καναδάς, Γερμανία, Γαλλία) είναι η έκπτωση των συνδρομών και των οικονομικών ενισχύσεων από το φορολογητέο εισόδημα των υποστηρικτών τους. Επιπλέον, τα κόμματα δικαιούνται σε ορισμένα κράτη (π.χ. Βρετανία) δωρεάν τηλεοπτικό χρόνο προβολής πριν από τις εκλογές. Επίσης, είναι κοινή πρακτική η διάθεση στα κόμματα περιορισμένων δημόσιων πόρων (π.χ. κτίρια γραφείων, τηλεφωνικές γραμμές) είτε δωρεάν, είτε σε προνομιακές τιμές. Τα προνόμια αυτά συνοδεύονται σχεδόν πάντοτε από ελεγκτικούς μηχανισμούς, ώστε να διασφαλίζεται η χρηστή διαχείριση των χρημάτων των φορολογουμένων.

Στην Αμερική, κάθε δωρεά άνω των 200 δολαρίων σε κόμμα ή υποψήφιο πρέπει να είναι ονομαστική, στη Γερμανία πάνω από 10.000 ευρώ και στην Ιρλανδία πάνω από 5.000 ευρώ. Ανάλογα με το βιοτικό επίπεδο και την πολιτική κουλτούρα κάθε χώρας έχουν θεσμοθετηθεί και ανώτατα όρια στο συνολικό ποσό που μπορεί να δωρίσει κάποιος ιδιώτης ή οργανισμός σε πολιτικό κόμμα ή υποψήφιο. Στα κράτη που έχουν θέσει «ταβάνι» στις δωρεές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η Αμερική, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ισλανδία, η Ιρλανδία και η Πολωνία.

Ούτε βέβαια μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε χορηγός πολιτικού κόμματος. Οι δωρεές από το εξωτερικό απαγορεύονται στον Καναδά, τις ΗΠΑ και τη Γαλλία, ενώ στη Γερμανία επιτρέπονται μόνο όταν προέρχονται από πολίτες και επιχειρήσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Στη Γαλλία και τον Καναδά απαγορεύονται τελείως οι δωρεές από συνδικάτα ή επιχειρήσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως των ΗΠΑ, επαφίεται στους πολίτες να δώσουν έγκριση, μέσω της φορολογικής τους δήλωσης, για την επιπλέον φορολόγησή τους με ποσό της τάξης των τριών δολαρίων κατ’ έτος, το οποίο κατατίθεται σε ειδικό ταμείο χρηματοδότησης για τους υποψηφίους προέδρους. Ελάχιστοι επιλέγουν να συναινέσουν πλέον σε κάτι τέτοιο, ενώ η αποδοχή της δημόσιας επιχορήγησης συχνά αποδεικνύεται ασύμφορη, αφού συνοδεύεται και από ανώτατο όριο στο ποσό των ιδιωτικών δωρεών που μπορεί να δεχθεί ο κάθε επίδοξος πρόεδρος.

Η κρατική επιχορήγηση

Απευθείας επιχορήγηση από τα κρατικά ταμεία λαμβάνουν τα κοινοβουλευτικά κόμματα σε όλη σχεδόν την Ευρώπη. Ανάλογα με την περίπτωση, η φόρμουλα υπολογισμού του ύψους τής κάθε επιχορήγησης μπορεί να λαμβάνει υπόψη το ποσοστό του επιχορηγούμενου κόμματος στις προηγούμενες εκλογές, το ύψος των δωρεών και των συνδρομών από τα μέλη του, αλλά και το συνολικό ύψος των φορολογικών εσόδων (κλάσμα των οποίων διατίθεται για τη χρηματοδότηση των κομμάτων). Η επιχορήγηση μπορεί να ξεκινά από πολύ χαμηλά επίπεδα (Βρετανία) και να φτάνει έως και το 40% (Γερμανία) ή και το 80% (Νορβηγία) των κομματικών εσόδων.

Παρά τις αναμενόμενες διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα, η Ελλάδα αποτελεί μία από τις ακραίες περιπτώσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2010, που επικαλείται ο μη κερδοσκοπικός σύλλογος «Ελληνες Φορολογούμενοι», τα κόμματά μας απολαμβάνουν το τέταρτο μεγαλύτερο ποσό επιχορήγησης ανά έγκυρη ψήφο στην Ευρώπη (9,39 ευρώ) και το τέταρτο μεγαλύτερο ποσό ανά εγγεγραμμένο ψηφοφόρο (6,49 ευρώ). Οι τρεις πρώτες χώρες (Φινλανδία, Λουξεμβούργο, Κύπρος) έχουν μεγαλύτερο κατά κεφαλή ΑΕΠ από την Ελλάδα, ενώ κράτη πολύ πλουσιότερα από το δικό μας, όπως φερ’ ειπείν η Γερμανία και η Ολλανδία, επιχορηγούν τα κόμματα με τρεις φορές λιγότερα χρήματα περίπου ανά ψήφο. Επιπλέον, η Ελλάδα δαπανά το 0,14% περίπου των φορολογικών της εσόδων για την επιχορήγηση των κομμάτων, ποσοστό που είναι το τρίτο μεγαλύτερο στην Ε.Ε. μετά τη Βουλγαρία και την Εσθονία.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης προτείνει λύσεις

Μολονότι κανένα από τα υφιστάμενα συστήματα χρηματοδότησης των κομμάτων στην Ευρώπη δεν είναι αψεγάδιαστο ή απολύτως «αδιαπέραστο» σε εξωθεσμικές παρεμβάσεις, γνωρίζουμε τις γενικές αρχές για τη διασφάλιση της μέγιστης δυνατής διαφάνειας. Επειτα από συγκριτική μελέτη του νομοθετικού πλαισίου, αλλά και των εργαλείων εφαρμογής του σε 22 χώρες, η Ομάδα Κρατών εναντίον της Διαφθοράς (GRECO) του Συμβουλίου της Ευρώπης συνέταξε πρόσφατα έκθεση με συγκεκριμένες οδηγίες, που συστήνεται να ακολουθούνται. Μεταξύ των προτάσεων που περιλαμβάνει η έκθεση, αναφέρονται ενδεικτικά οι εξής:

- Θα πρέπει να περιοριστεί (ιδεατά να απαγορευθεί) η χρηματοδότηση των κομμάτων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα που βρίσκονται στο εξωτερικό.

- Μετά κάποιο συγκεκριμένο ποσό, όλες οι δωρεές ή χορηγίες σε κόμματα θα πρέπει να είναι επώνυμες και να δημοσιοποιούνται.

- Θα πρέπει να υπάρχει σαφώς καθορισμένο ανώτατο όριο στο ποσό που μπορεί να χορηγήσει κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο σε ένα κόμμα, και το νομικό πλαίσιο θα πρέπει να ενθαρρύνει τις μικρές δωρεές.

- Θα πρέπει να θεσμοθετηθεί ανώτατο όριο στο συνολικό άθροισμα των πολύ μικρών (και άρα ανώνυμων) δωρεών που μπορούν να δεχτούν τα κόμματα.

- Η κρατική χρηματοδότηση δεν πρέπει να είναι τόσο μεγάλη, ώστε να περιορίζει την ανάγκη ιδιωτικών δωρεών και συνδρομών από μέλη και φίλους των κομμάτων.

- Η κρατική χρηματοδότηση θα πρέπει να εξαρτάται από το κατά πόσο τα κόμματα συμμορφώνονται με τους κανόνες διαφάνειας στην τήρηση των λογιστικών τους βιβλίων.

- Η κρατική χρηματοδότηση θα πρέπει να διασφαλίζει ότι τα κόμματα αντιμετωπίζονται ισότιμα. Πέρα από τα κοινοβουλευτικά κόμματα, χρηματοδότηση θα πρέπει να λαμβάνουν και όσα κόμματα αποδεικνύουν (π.χ. μέσω του αριθμού των μελών τους) ότι διαθέτουν ένα μίνιμουμ επίπεδο λαϊκής απήχησης.

- Τα πολιτικά κόμματα θα πρέπει να υποβάλλουν «πόθεν έσχες» για όλα τα έσοδά τους, σε ανεξάρτητες ελεγκτικές αρχές.

- Ανεξάρτητες αρχές θα πρέπει να ελέγχουν τους λογαριασμούς των κομμάτων και των υποψηφίων στη διάρκεια των προεκλογικών περιόδων, ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν γίνεται υπέρβαση των μέγιστων επιτρεπόμενων δαπανών.

- Τα όρια στις εκλογικές δαπάνες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το υψηλό κόστος των σύγχρονων προεκλογικών εκστρατειών.

Στα συμπεράσματά της για την Ελλάδα, η GRECO αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το εποπτικό πλαίσιο είναι αναποτελεσματικό, αφού κριτές και ελεγχόμενοι ουσιαστικά ταυτίζονται. Προτείνει επίσης την κατάργηση των κουπονιών και την υποχρεωτική κατάθεση όλων των δωρεών σε τραπεζικούς λογαριασμούς, αφού μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης των κομμάτων γίνεται σήμερα «εκτός βιβλίων». Η GRECO συνιστά επίσης τον έλεγχο των οικονομικών των κομμάτων από ορκωτούς λογιστές, τη δημοσιοποίηση των προϋπολογισμών και των απολογισμών τους στο Διαδίκτυο και τον περιορισμό του δανεισμού τους (σημειώνει δε ότι η διαγραφή ή αναδιάρθρωση δανείων αποτελεί έμμεση χρηματοδότηση των κομμάτων από τράπεζες). Τέλος, αλγεινή εντύπωση προκαλεί φυσικά το καθεστώς ασυλίας που απολαμβάνουν οι βουλευτές, αλλά και οι εκατοντάδες αποσπάσεις δημοσίων υπαλλήλων σε βουλευτικά και υπουργικά γραφεία. Πέραν δηλαδή της ήδη πολύ υψηλής χρηματοδότησής τους από τα κρατικά ταμεία (που καταργεί το κίνητρο για εγγραφή μελών), τα κόμματα επιδοτούνται και με έναν ακόμη τρόπο από το Δημόσιο, αφού οι αποσπασμένοι υπάλληλοι ουσιαστικά δουλεύουν για την επανεκλογή των βουλευτών και των υπουργών τους και όχι για την υπηρεσία όπου προσελήφθησαν.

Οι συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι γνωστές. Το τι πρέπει να γίνει για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής και των κομμάτων επίσης το γνωρίζουμε. Ωστόσο, όπως συμβαίνει και με άλλες διεθνείς έρευνες και μελέτες (π.χ. του ΟΟΣΑ για τη δημόσια διοίκηση), το πολιτικό μας σύστημα τις αγνοεί επιδεικτικά επί χρόνια (δήθεν λόγω ασυμφωνίας με την ελληνική πραγματικότητα) και παραπέμπει την επούλωση των πληγών της δημοκρατίας μας σε επιτροπές και παρα-επιτροπές και τελικά στις ελληνικές καλένδες. Λύσεις υπάρχουν, δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τροχό. Αλλά όποιος δεν θέλει να ζυμώσει...

Διαβάστε

- Committee on Standards of Public Life, «Political Party Finance - Ending the Big Donor Culture», Λονδίνο: Νοέμβριος 2011.

- Ν. Κ. Αλιβιζάτος και Αντ. Μανιτάκης, «Πέντε προτάσεις για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής», Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 11 Μαρτίου 2012.

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Χρήμα και ευτυχία - Του Νικου Xρυσολωρα

Μέχρι πρόσφατα, όταν οι οικονομολόγοι αναφέρονταν στην «ανάπτυξη» και την «ευημερία» μιας χώρας, συνήθως εννοούσαν το απόλυτο μέγεθος, αλλά και τις ετήσιες μεταβολές στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), δηλαδή στη συνολική αποτίμηση των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στην επικράτειά της. Ωστόσο, όλο και περισσότεροι ακαδημαϊκοί, επιστήμονες, αλλά και πολιτικοί, επισημαίνουν ότι τελικά το ΑΕΠ, η μέτρηση δηλαδή του υλικού πλούτου, είναι μεν χρήσιμο, αλλά όχι επαρκές εργαλείο για την εκτίμηση της ευημερίας τόσο των κρατών όσο και των πολιτών τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής στάσης είναι η εντολή που έδωσε, το 2010, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον στη Στατιστική Υπηρεσία της χώρας του για την εξεύρεση τρόπων μέτρησης της συλλογικής και ατομικής ευημερίας, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες πέρα από το ΑΕΠ.

Πώς όμως μπορούμε να μετρήσουμε την ευημερία; Μια προφανής απάντηση είναι να ρωτήσουμε τους ίδιους τους πολίτες αν είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή τους. Η αρχή έγινε από το ορεινό βασίλειο του Μπουτάν, το οποίο, το 2011, ανέλαβε πρωτοβουλία για την υιοθέτηση ψηφίσματος από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ που ζητούσε από τους ηγέτες των κρατών–μελών του Οργανισμού να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην προώθηση της ευτυχίας των πολιτών τους. Το επιχείρημα του Μπουτάν είναι γνωστό: «Το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία».

Τα παράδοξα

Πράγματι, μεγάλες στατιστικές έρευνες φαίνεται να καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο πλούτος συναρτάται μεν, αλλά δεν ταυτίζεται με την ευτυχία. Πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η δημοσκόπηση που διεξήγαγε η εταιρεία Ipsos σε δείγμα 19.000 ατόμων από 24 κράτη, με ερώτημα αν νιώθουν «πολύ» «αρκετά», «όχι και τόσο» ή «καθόλου» ευτυχισμένοι. Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας σε πρόσφατο άρθρο του, το βρετανικό περιοδικό Economist υπογραμμίζει το παράδοξο ότι εκείνοι που απάντησαν ότι είναι «πολύ» ή «αρκετά» ευτυχείς είναι περισσότεροι σήμερα (77%) απ’ ό,τι ήταν στην αντίστοιχη έρευνα του 2007 (74%), πριν δηλαδή ξεσπάσει η παγκόσμια οικονομική κρίση. Το δεύτερο παράδοξο είναι ότι η χώρα με τα μεγαλύτερα ποσοστά «πολύ» ευτυχισμένων ανθρώπων είναι η Ινδονησία, το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ της οποίας είναι μόλις 4.700 δολάρια τον χρόνο. Ακολουθούν η Ινδία, το Μεξικό και η Βραζιλία, χώρες επίσης αναπτυσσόμενες. Αντιθέτως, πολύ λιγότερο ευτυχισμένοι εμφανίζονται οι Ευρωπαίοι.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πλούτος και ευτυχία δεν έχουν καμία σχέση. Φαίνεται όμως ότι οι κάτοικοι των αναδυόμενων οικονομικών υπερδυνάμεων είναι πιο ευτυχισμένοι, ίσως επειδή αναμένουν ότι οι συνθήκες ζωής τους θα καλυτερέψουν. Αντίθετα, πιο μελαγχολικοί είναι οι πολίτες των κρατών όπου οι οικονομίες βρίσκονται σε στασιμότητα, ή ακόμη και σε παρακμή, όπως στην Ευρώπη.

Επιπλέον, ανάλογες έρευνες στο παρελθόν έχουν δείξει ότι πράγματι η ευτυχία και η ικανοποίηση από τη ζωή αυξάνονται ανάλογα με το ΑΕΠ, αλλά μέχρις ενός σημείου, το οποίο προσδιορίζεται περίπου στα 25.000 δολάρια κατά κεφαλήν ετησίου εισοδήματος (περίπου 18.500 ευρώ, σε μονάδες αγοραστικής δύναμης). Από εκεί και πέρα, η αύξηση του πλούτου ελάχιστα επηρεάζει την ατομική ευτυχία.

Υποκειμενικά κριτήρια

Ενα σημαντικό πρόβλημα, πάντως, με τις έρευνες αυτού του τύπου είναι ότι επειδή το ερώτημα σε κάθε μία τους διατυπώνεται διαφορετικά, είναι δύσκολο να γίνουν αξιόπιστες συγκρίσεις μεταξύ τους και να επιβεβαιωθούν ή να διαψευσθούν τα αποτελέσματα. Ετσι, για παράδειγμα, στην «Παγκόσμια Ερευνα για την Ευημερία», που διεξήγαγε η εταιρεία Gallup το 2010, το ερώτημα που τέθηκε ήταν «Πώς βλέπετε τις τωρινές και μελλοντικές προοπτικές της ζωής σας», ενώ ζητήθηκε και η αξιολόγηση της καθημερινότητας σε κλίμακα 1 έως 10. Ολες τις πρώτες θέσεις κατέλαβαν οι Σκανδιναβικές χώρες (Δανία, Φινλανδία, Σουηδία, Νορβηγία), ακολουθούμενες από την Ολλανδία και την Κόστα Ρίκα, τη μοναδική χώρα με σχετικά χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα στην πρώτη δεκάδα. Η Ελλάδα κατέλαβε την 51η θέση επί 155 χωρών συνολικά.

Λόγω των προαναφερθεισών δυσκολιών στην «υποκειμενική» μέτρηση της «ευτυχίας», πολλοί φορείς και οργανισμοί εισήγαγαν και αντικειμενικά κριτήρια στην αξιολόγηση της ατομικής και συλλογικής «ευημερίας». Για παράδειγμα, το βρετανικό ερευνητικό κέντρο ΝΕF (New Economics Foundation) προσμετρά το προσδόκιμο επιβίωσης, την προσωπική ευτυχία (όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα έρευνα της Gallup) και το «οικολογικό αποτύπωμα», για να αξιολογήσει την ευημερία του κάθε κράτους. Το ΑΕΠ δεν υπολογίζεται καθόλου, εξ ου και η Κόστα Ρίκα κατέλαβε και πάλι την πρώτη θέση. Η Ελλάδα κατατάσσεται πολύ χαμηλά (91η θέση), κυρίως λόγω της πολύ χαμηλής βαθμολογίας που λαμβάνει στο «οικολογικό αποτύπωμα», δηλαδή στους φυσικούς πόρους που καταναλώνει κατά μέσον όρο ο κάθε πολίτης της ετησίως.

Αντικειμενικά κριτήρια (όπως η ιδιοκατοίκηση, η υγεία, η καλή διακυβέρνηση, η ασφάλεια κ.λπ.) στη μέτρηση της ευημερίας εισάγει και η κλίμακα που χρησιμοποιεί ο ΟΟΣΑ. Με βάση τα στοιχεία του 2008, η Ελλάδα βρισκόταν περίπου στον μέσο όρο των κρατών του Οργανισμού, ως προς την ευημερία της.

Από το ΑΕΠ στην «Ακαθάριστη Εθνική Ευημερία»

Το ερώτημα αν ο πλούτος φέρνει την ευτυχία, θα μπορούσε ενδεχομένως να αντιστραφεί. Σύμφωνα με σχετική έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, που παρουσιάστηκε φέτος στην ετήσια συνάντηση του Νταβός, η ικανοποίηση από τη ζωή και τις εργασιακές συνθήκες, η προσωπική ευτυχία και η θετική πορεία δεικτών ευημερίας πέραν του ΑΕΠ (όπως είναι, για παράδειγμα, το περιβάλλον, η υγεία και η εκπαίδευση) συμβάλλουν καθοριστικά στην αύξηση της παραγωγής πλούτου. «Η παραγωγικότητα των εργαζομένων αυξάνεται και οι εταιρείες που φροντίζουν για την ευημερία των εργαζομένων τους παρουσιάζουν αυξημένη κερδοφορία. Επίσης, οι ικανοποιημένοι πολίτες συνδράμουν στη συλλογική ευημερία των κοινωνιών τους», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση.

Το ερώτημα βέβαια, ιδιαίτερα για μια χώρα όπως η Ελλάδα, είναι πώς είναι δυνατόν να αυξηθεί η ευημερία, τη στιγμή που το ΑΕΠ μειώνεται και μάλιστα επί πέντε συνεχή χρόνια. Η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι η ευημερία δεν είναι πάντοτε θέμα χρημάτων. Το παράδειγμα της υστέρησης της χώρας μας στην εξοικονόμηση φυσικών πόρων, που ανέδειξε η έκθεση του New Economics Foundation, είναι χαρακτηριστικό. Αποτέλεσμα αυτής της κατασπατάλησης είναι η σημαντική επιβάρυνση του περιβάλλοντος και συνεπώς της ποιότητας της ζωής μας. Ο ΟΟΣΑ αναφέρει ότι οι Ελληνες στα αστικά κέντρα της χώρας αναπνέουν –κατά μέσον όρο– αέρα με 32 μικρογραμμάρια τοξικών μικροσωματιδίων ανά κυβικό μέτρο, τη στιγμή που ο μέσος όρος στα κράτη–μέλη του Οργανισμού είναι 22 μικρογραμμάρια. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα, και πιο θανατηφόρα, ποσοστά παγκοσμίως.

Το γεγονός ότι η ευημερία δεν είναι πάντα θέμα χρημάτων αποδεικνύεται και από τον αριθμό των δασκάλων και ιατρών ανά κάτοικο στην Ελλάδα, που είναι από τους υψηλότερους στον κόσμο, όπως άλλωστε και οι δαπάνες υγείας, κάτι όμως που δεν αντικατοπτρίζεται στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Στα μαθησιακά τεστ PISA του ΟΟΣΑ, φερ’ ειπείν, τα Ελληνόπουλα λαμβάνουν βαθμολογίες κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (483 στα 600, έναντι 493 στα 600 που είναι ο μέσος όρος), γεγονός ενδεικτικό της κακοδιαχείρισης των διαθέσιμων ανθρώπινων και υλικών πόρων. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας δείχνουν, επίσης, ότι μόλις το 61% των ενηλίκων 25 έως 64 ετών στην Ελλάδα έχουν ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (μ.ο. ΟΟΣΑ 73%).

Η σπατάλη, η κακοδιαχείριση, η αναποτελεσματικότητα, η υποβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος πλήττουν το κύρος των θεσμών στη χώρα μας (σύμφωνα πάντα με τον ΟΟΣΑ, μόλις 44% των Ελλήνων δηλώνουν ότι εμπιστεύονται τους θεσμούς), ανατροφοδοτούν φαινόμενα φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, καλλιεργούν σχέσεις δυσπιστίας ανάμεσα στους πολίτες και στο κράτος και τελικά υποβαθμίζουν την ποιότητα της ζωής και τη συλλογική ευημερία. Ετσι, ακόμη και το 2008, όταν η οικονομική κρίση δεν είχε ακόμη δείξει τα δόντια της, μόνο το 43% των Ελλήνων δήλωναν ότι είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή τους γενικά (έναντι 54% που ήταν ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ).

Τέλος, ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της σχετικής έρευνας ήταν ότι κοινωνικός ιστός δεν λειτουργούσε στην Ελλάδα ακόμη και προ κρίσης. Η χώρα μας είχε το μικρότερο ποσοστό ανθρώπων που δήλωναν ότι βοήθησαν κάποτε στη ζωή τους κάποιον άγνωστο από όλα σχεδόν τα κράτη–μέλη του ΟΟΣΑ, στοιχείο ενδεικτικό των προνεωτερικών δομών που επιβιώνουν στην κοινωνία μας: η αλληλεγγύη και η αίσθηση του καθήκοντος, δηλαδή, δεν έχουν ως αποδέκτες την «κοινωνία» ή τον απρόσωπο συμπολίτη, αλλά κυρίως τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας, της συντεχνίας, του άμεσα φιλικού περιβάλλοντος, ή έστω της τοπικής κοινωνίας.

Ολα αυτά δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι η κρίση και η ανεργία δεν επηρεάζουν καταλυτικά την προσωπική ευτυχία και την ευημερία μας και ότι δεν είναι άμεσα αναγκαία η οικονομική ανάταξη. Ωστόσο, ακόμη και η φτώχεια θα ήταν περισσότερο υποφερτή ίσως, αν ζούσαμε σε μια πιο ανθρώπινη κοινωνία, αν οι έστω περιορισμένοι πόροι που διαθέτουμε χρησιμοποιούνταν πιο αποτελεσματικά, αν οι θεσμοί λειτουργούσαν, αν το αστικό περιβάλλον δεν είχε υποστεί τέτοια κακοποίηση, αν η αίσθηση του κοινωνικού και πολιτικού καθήκοντος ήταν πιο ανεπτυγμένη.

Διαβάστε

- Global Agenda Council on Health & Well-being, «Wellbeing and Global Success», έκδοση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, Γενεύη, Ιανουάριος 2012

- Niall Ferguson, «Complexity and Collapse», Επιθεώρηση Foreign Affairs, Μάρτιος/Απρίλιος 2010

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Θρησκεία και οικονομία - Του Νικου Xρυσολωρα

Τι κοινό έχουν οι ευρωπαϊκές χώρες που χρεοκόπησαν ή -έστω- βρέθηκαν ένα βήμα από τη χρεοκοπία; Δεν είναι η γεωγραφία, ούτε το κλίμα, εκτός αν ζηλεύει κανείς τον καιρό της Ιρλανδίας. Δεν είναι οι πρόσφατες δικτατορίες, καθώς η Ιταλία και η Ιρλανδία δεν γνώρισαν τέτοιες στη μεταπολεμική τους Ιστορία. Δεν είναι καν η αναποτελεσματικότητα και η πελατειακή συγκρότηση του κράτους, κατηγορίες στις οποίες η χώρα μας διατηρεί τη θλιβερή πρωτιά, με μεγάλη απόσταση από τους υπόλοιπους. Στην αναζήτηση κοινής συνισταμένης, ορισμένοι αρθρογράφοι και αναλυτές κατέληξαν εσχάτως σε μία μάλλον απροσδόκητη απάντηση: είναι η θρησκεία!

«Φταίει που δεν είμαστε προτεστάντες», έγραφε πριν από μερικές εβδομάδες ο αρθρογράφος της ιρλανδικής εφημερίδας «Irish Independent», Kevin Myers, αποδίδοντας τη δημοσιονομική σταθερότητα του ευρωπαϊκού Βορρά στην «προτεσταντική νοικοκυροσύνη». Ανάλογες ανησυχίες εξέφρασε και ο βρετανικός Economist σε εκτενές άρθρο του για τη σχέση θρησκείας και οικονομικών.

Κατ’ ορισμένους ευθύνεται η μάλλον «χαλαρή» προσέγγιση του καθολικού και του ορθόδοξου δόγματος στην ανθρώπινη αδυναμία: «φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον· αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης· και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει· κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται· και τα έργα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται· και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί». Αντίθετα, «για τους Προτεστάντες, ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος, ούτε υπάρχει τρόπος να διασφαλίσεις τη συγχώρεση των αμαρτιών σου», γράφει στο σχετικό άρθρο ο Economist. «Στην προτεσταντική ηθική, αν δεν δουλέψεις, σου αξίζει να πεινάσεις», σημειώνει από την πλευρά του ο Myers.

Παράδεισος και Κόλαση

Στερεότυπα; Πιθανότατα, αφού με αυτήν τη λογική, η Γαλλία και η Ολλανδία θα έπρεπε να βρίσκονται στην ίδια ή και χειρότερη μοίρα από τη δική μας. Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει ότι η θρησκευτική πίστη δεν επηρεάζει την οικονομική συμπεριφορά. Σε συγκριτική τους μελέτη για την οικονομική ανάπτυξη και τη θρησκευτική πίστη, οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, Robert J. Barro και Rachel M. McCleary, κατέληγαν, το 2003, στα εξής συμπεράσματα: «Η θρησκευτική πίστη συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη, διότι ενισχύει κοινωνικές συμπεριφορές που υποβοηθούν την παραγωγικότητα... Για ορισμένα δόγματα, ο συχνός εκκλησιασμός βέβαια τείνει να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη. Αντίθετα, θετικές επιπτώσεις έχουν θρησκευτικές δοξασίες όπως η πίστη στην ύπαρξη Παραδείσου και Κόλασης. Φαίνεται επίσης πως το μαστίγιο της πίστης στην Κόλαση είναι πολύ πιο αποτελεσματικό από το καρότο της προσδοκίας του Παραδείσου» (Robert J. Barro και Rachel M. McCleary, «Religion and Economic Growth», National Bureau of Economic Research Working Paper, Κέιμπριτζ, Μασαχουσέτη, Μάιος 2003).

Ηδη από το 1905 άλλωστε, ο κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ είχε συνδέσει την προτεσταντική ηθική με την ανάπτυξη του πνεύματος του καπιταλισμού. Σήμερα, αυτή η άμεση αιτιακή σχέση αμφισβητείται από τους περισσότερους κοινωνικούς επιστήμονες που μελετούν τον συγκεκριμένο τομέα. Εν τούτοις, υπάρχουν και σύγχρονες μελέτες για τη σχέση θρησκείας και οικονομικής δραστηριότητας που συνδέουν την έλλειψη του πνεύματος κοινωνικής ευθύνης στη Νότια Ευρώπη, με το καθολικό δόγμα, το οποίο δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη σχέση πιστού και Εκκλησίας, παρά στη σχέση του πιστού με τους συμπολίτες του (Robert Putnam, «Making Democracy Work. Civic Traditions in Modern Italy», Πρίνστον, Νιου Τζέρσι, 1993).

Θρήσκοι και άθεοι

Σε μεγάλη συγκριτική έρευνα που δημοσίευσαν στην επιθεώρηση «Journal of Monetary Economics», οι Luigi Guiso, Paola Sapienza και Luigi Zingale, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η θρησκευτική παιδεία γενικά μειώνει τις πιθανότητες παραβατικής συμπεριφοράς έναντι στον νόμο, αυξάνει την αίσθηση προσωπικής ευθύνης και ενισχύει την αίσθηση ότι τα αποτελέσματα της λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς είναι δίκαια. «Είναι ενδιαφέρον», σημειώνουν, «ότι οι θρησκευόμενοι άνθρωποι είναι πιο πιθανόν να πιστεύουν ότι οι φτωχοί είναι φτωχοί επειδή είναι τεμπέληδες και τους λείπει η αποφασιστικότητα, παρά επειδή είναι θύματα κοινωνικής αδικίας. Σε γενικές γραμμές, οι θρήσκοι υποστηρίζουν τις αγορές περισσότερο από τους άθεους».

Στην ίδια μελέτη, οι συγγραφείς αναφέρουν πως το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η κουλτούρα που συνδέεται με συγκεκριμένα θρησκευτικά δόγματα είναι ασύμβατη με την οικονομική ανάπτυξη ή αν η υστέρηση ορισμένων κρατών οφείλεται σε ιστορικά γεγονότα που συνδέθηκαν μεν εμμέσως με τη θρησκεία των λαών τους, αλλά δεν πηγάζουν από την ίδια τη θρησκευτική κουλτούρα. Αν ισχύει η δεύτερη περίπτωση, τότε δεν χρειάζεται παρά να διορθωθούν ιστορικά λάθη και να γίνουν μεταρρυθμίσεις που θα αλλάξουν τις οικονομικές δομές όσων υστερούν. Αν όμως ισχύει η πρώτη, τότε, επειδή ούτε το ΔΝΤ μπορεί να αλλάξει την πίστη και την κουλτούρα των λαών, μάλλον θα πρέπει να ελπίζουν σε ένα «θαύμα» για να ανακάμψουν...

Εγιναν πλούσιοι διαβάζοντας τη Βίβλο...

Σχολιάζοντας τη γνωστή θέση του Βέμπερ για τη σχέση μεταξύ προτεσταντισμού και οικονομικής ευμάρειας, ο Σάσα Μπέικερ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Γουόρικ της Μεγάλης Βρετανίας, σημειώνει, σε πρόσφατη συνέντευξή του στον Economist, ότι ο μεγάλος Γερμανός στοχαστής παρατήρησε ένα πραγματικό κοινωνικό φαινόμενο, αλλά η ερμηνεία που έδωσε ήταν λάθος.

Πράγματι, η προτεσταντική Γερμανία του 19ου αιώνα τα πήγαινε πολύ καλύτερα από οικονομικής απόψεως από τις καθολικές περιοχές της χώρας, αλλά όχι λόγω του στερεότυπου της λιτότητας και του αναστοχασμού που υποτίθεται ότι βρίσκεται στην καρδιά του προτεσταντικού δόγματος. Απλώς, οι προτεστάντες ήθελαν να μπορούν τα παιδιά τους να διαβάζουν τη Βίβλο. Το προσκύνημα σε εικόνες και αγάλματα είναι ξένη προς τον προτεσταντισμό πρακτική. Οπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, η εκμάθηση γραφής και ανάγνωσης αποτέλεσε διαβατήριο για την οικονομική και κοινωνική ανέλιξη, την εποχή της νεωτερικότητας. Ανάλογη έμφαση στην ανάγνωση έδιναν και οι εβραϊκές κοινότητες.

Σύμφωνα πάντα με τον Μπέικερ, καθολικοί και προτεστάντες με το ίδιο επίπεδο εκπαίδευσης, απολάμβαναν ανάλογα εισοδήματα, ενώ στις μέρες μας, δεν παρατηρούνται διαφοροποιήσεις. Εξάλλου, η πλουσιότερη περιοχή της Γερμανίας είναι σήμερα η Βαυαρία, οι περισσότεροι κάτοικοι της οποίας είναι καθολικοί. Ορισμένοι συνάδελφοι του Μπέικερ πάντως διαφωνούν, βασιζόμενοι σε περιπτωσιολογικές έρευνες σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου, όπως στη Λατινική Αμερική, για παράδειγμα, όπου η προτεσταντική μειοψηφία εμφανίζεται να έχει καλύτερες «οικονομικές επιδόσεις» από την καθολική πλειοψηφία.

Και άλλοι παράγοντες

Είναι όμως ζήτημα δόγματος ή μήπως οι διαφορές οφείλονται σε άλλους ιστορικούς παράγοντες; Στην περίπτωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, φερ’ ειπείν, οι ορθόδοξες κοινότητες ευημέρησαν οικονομικά εν μέρει και λόγω του αποκλεισμού τους από στρατιωτικά αξιώματα και της αναγκαστικής τους στροφής στο εμπόριο. Το ίδιο μπορεί να υποστηριχθεί και για τις εβραϊκές κοινότητες στην Ευρώπη, που δεν μπορούσαν να αποκτήσουν γη την περίοδο του Μεσαίωνα και στράφηκαν στο εμπόριο. Με την παρακμή της γαιοκτησίας και την άνοδο του καπιταλισμού, βρέθηκαν σε εξαιρετικά ευνοϊκή θέση.

Σε ό,τι αφορά τη συνεισφορά της θρησκείας στον συλλογικό πλούτο, συγκριτική μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε 46.000 άτομα από 36 χώρες (World Values Survey), φαίνεται να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η θρησκεία βοηθάει στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής... Επειτα από ανάλυση των αποτελεσμάτων που παρουσίασαν στην Επιθεώρηση «Journal for the Scientific Study of Religion», οι Steven Sack (Wayne State University) και Augustine Kposowa (University of California, Riverside), σημειώνουν ότι οι θρησκευόμενοι πολίτες επιδεικνύουν λιγότερη ανοχή στη φοροδιαφυγή από τους άθεους.

Επίσης, ποσοτικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες καταδεικνύουν ότι οι θρησκευόμενοι συνεισφέρουν περισσότερα χρήματα, κατά μέσο όρο, σε φιλανθρωπικούς σκοπούς από τους αγνωστικιστές και τους άθεους. Η φιλανθρωπία όμως είναι διαφορετική από την αναδιανομή του εισοδήματος. Οπως σημειώνει ο εξειδικευμένος σε θέματα θρησκείας αρθρογράφος, David Briggs, στην αμερικανική εφημερίδα Star Tribune, τα στατιστικά στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας από τις ΗΠΑ δείχνουν ότι οι θρησκευόμενοι εμφανίζονται πολύ πιο αρνητικά διακείμενοι απέναντι στη βαριά άμεση φορολογία των υψηλών εισοδημάτων, απ’ ό,τι οι άθρησκοι.

Τέτοιες μεγάλες ποσοτικές έρευνες βέβαια δεν μπορούν να είναι διαφωτιστικές ως προς το κρίσιμο ερώτημα της αιτιακής σχέσης ανάμεσα στα δύο. Το πιθανότερο είναι ότι η εχθρική στάση απέναντι στην αναδιανεμητική φορολόγηση προέρχεται όχι τόσο από το ίδιο το χριστιανικό δόγμα, όσο από το γεγονός ότι οι θρησκευόμενοι στις ΗΠΑ προέρχονται κυρίως από τις ούτως ή άλλως συντηρητικές μεσοδυτικές και νότιες πολιτείες της χώρας. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι με το ξέσπασμα της παγκόσμιας ύφεσης, όλες σχεδόν οι χριστιανικές εκκλησίες της Ευρώπης κατακεραύνωσαν την εγωιστική οικονομική συμπεριφορά και την απληστία, με τους ηγέτες τους να τις κατονομάζουν ως αιτίες της κρίσης.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Γιατί απέτυχε το πρώτο Μνημόνιο - Tου Νικου Χρυσολωρα

Η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την ύφεση που ακολούθησε, υιοθέτησε αυστηρά μέτρα λιτότητας. Δεν είναι καν το μοναδικό κράτος που βρίσκεται σε καθεστώς έκτακτης δανειακής στήριξης, δηλαδή Μνημονίου. Ωστόσο, η ελληνική οικονομία είναι η μοναδική που βρίσκεται σε αυτήν την κωματώδη κατάσταση: πέρα από τη χαρακτηριστική ένταση της ελληνικής ύφεσης, αξίζει να σημειωθεί ότι στη θεωρητική περίπτωση που μπορούσαμε να δανειστούμε σήμερα από τις διεθνείς αγορές, θα πληρώναμε επιτόκιο 20 ποσοστιαίες μονάδες μεγαλύτερο από της Πορτογαλίας και 25% από το αντίστοιχο της Ιρλανδίας. Πώς εξηγείται αυτή η παταγώδης αποτυχία ανασύνταξης της οικονομίας και ανάκτησης της εμπιστοσύνης των αγορών;

Ο πρώτος και σημαντικότερος λόγος είναι η πρωτοφανής αβεβαιότητα όχι μόνο για την ικανότητα, αλλά και για τη βούληση της Ελλάδας να παραμείνει στον ευρωπαϊκό πυρήνα. Η οικονομική χρεοκοπία οδήγησε στην αναζωπύρωση της παλαιάς διαμάχης για τη σχέση της χώρας μας με τη Δύση. Η σύγκρουση αυτή αντικατοπτρίζεται τα τελευταία δύο χρόνια στις παλινωδίες των ελληνικών κυβερνήσεων, την κοινωνική αναταραχή, αλλά και στις διαλυτικές τάσεις εντός των μεγάλων κομμάτων που αποτέλεσαν τον πυλώνα της μεταπολιτευτικής σταθερότητας. Οσο το αποτέλεσμα της διαμάχης παραμένει ασαφές, κανείς -Ελληνας ή ξένος- δεν θα επενδύει τα χρήματά του στη χώρα, ακόμη και όταν παρουσιάζονται ευκαιρίες, αφού δεν ξέρει τι του ξημερώνει.

Ο δεύτερος λόγος της αποτυχία του πρώτου Μνημονίου ήταν το τεράστιο λάθος των εταίρων μας να πάρουν στα σοβαρά τους Ελληνες συνομιλητές τους. Ετσι, στο πρώτο κείμενο που ψηφίστηκε τον Μάιο του 2010, προβλέπονταν έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, ελάφρυνση του χρέους μέσω ιδιωτικοποιήσεων, εξοικονόμηση πόρων μέσω της ενιαίας αρχής δημοσίων συμβάσεων, της γενίκευσης της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, της ίδρυσης ενιαίας αρχής πληρωμών και του εξορθολογισμού και της συρρίκνωσης του κράτους, αλλά και πρόσθετα οφέλη από το άνοιγμα της οικονομίας μας, τη μείωση της γραφειοκρατίας, την απλοποίηση του φορολογικού συστήματος και την υλοποίηση δομικών μεταρρυθμίσεων. Ολες αυτές οι δράσεις καρκινοβατούν, λόγω της απροθυμίας της ελληνικής πολιτικής τάξης να απολέσει τα προνόμια και την εξουσία της, τα οποία πηγάζουν από την πελατειακή συγκρότηση του κράτους. Και αφού δεν κάναμε τίποτε από όσα είχαμε υποσχεθεί, τώρα ζητάμε και τα ρέστα από τους εταίρους μας επειδή οι στόχοι δεν επιτυγχάνονται.

Ο τρίτος λόγος που καθιστά την Ελλάδα «ειδική περίπτωση» είναι η εξάρτηση της οικονομίας μας από τον κρατικό δανεισμό. Χιλιάδες επιχειρήσεις επιβίωναν προ κρίσης με πελατολόγια, τα οποία περιείχαν μία και μοναδική καταχώριση: ελληνικό Δημόσιο. Εκατοντάδες χιλιάδες μισθοδοτούνταν μόνο και μόνο χάρη στα δανεικά χρήματα που μοίραζε το κράτος στους εργοδότες τους (στον δικό μας κλάδο, π.χ., εφημερίδες χωρίς καθόλου αναγνώστες επιβίωναν χάρη στη διαφήμιση του «έργου» των υπουργείων). Οταν οι στρόφιγγες του διεθνούς δανεισμού έκλεισαν τόσο για το ελληνικό κράτος, όσο και για τις τράπεζές μας, η οικονομία ανέπτυξε τα ίδια συμπτώματα που εμφανίζονται σε ηρωινομανείς, τις πρώτες ημέρες της αποτοξίνωσης.

Φυσικά, κανένα από τα τρία αυτά προβλήματα δεν θα λυθεί με την «απέλαση» της τρόικας, την οποία απαιτεί η ετερόκλητη αλλά συμπαγής συμμαχία των αντιμνημονιακών (είναι αξιοσημείωτο ότι οι θέσεις της Χρυσής Αυγής, του βαθέος ΠΑΣΟΚ, της λαϊκής Δεξιάς, της εθνικιστικής Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο Μνημόνιο ταυτίζονται απολύτως). Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά όσοι με τις ιδεολογικές θέσεις και τις πολιτικές πράξεις τους έφεραν την πατρίδα μας εδώ που την έφεραν και τώρα υποδύονται τους υπερασπιστές των ίδιων των πολιτών που καλούνται να πληρώσουν τα σπασμένα τους. Το αποκρύπτουν όμως, επιμελώς, αφού οι ριζικές αλλαγές που προϋποθέτει η λύση στο ελληνικό αδιέξοδο θα οδηγήσουν στη δική τους -οριστική- περιθωριοποίηση.

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

Εθνική προδοσία - Του Νικου Xρυσολωρα

«Προπαγάνδα», σύμφωνα με τα λεξικά, είναι η επιλεκτική μετάδοση πληροφοριών –ενίοτε εσφαλμένων– στο πλαίσιο οργανωμένης επιχείρησης χειραγώγησης της κοινής γνώμης προς ίδιον όφελος. Η προπαγάνδα δεν είναι σπάνιο φαινόμενο στην πολιτική, στη δημοσιογραφία, στον δημόσιο διάλογο. Αυτό που είναι πρωτοφανές είναι το περιεχόμενο, η στόχευση και η ένταση της προπαγανδιστικής επιχείρησης που βρίσκεται σε εξέλιξη τους τελευταίους μήνες στη χώρα μας.

Οι πρωτεργάτες και ενορχηστρωτές της εν λόγω επιχείρησης γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο μοναδικός λόγος χάρη στον οποίο μπορούμε ακόμη να βγάζουμε χρήματα από τα ΑΤΜ και τους –έστω συρρικνωμένους– τραπεζικούς λογαριασμούς μας είναι η στήριξη που παρέχει στις τράπεζές μας το Ευρωσύστημα. Ξέρουν επίσης ότι η άτακτη χρεοκοπία ισοδυναμεί με εκπαραθύρωση από το ευρώ και –στη συνέχεια– έξοδο από την Ε.Ε. Επομένως συνειδητοποιούν τις διπλωματικές, πολιτικές και αμυντικές συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής. Καταλαβαίνουν ότι η μετάβαση σε ένα νέο νόμισμα χωρίς καμία ανταλλακτική αξία θα δημιουργήσει ανυπέρβλητες δυσκολίες στις εισαγωγές τροφίμων, φαρμάκων, πετρελαίου και φυσικού αερίου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική ειρήνη και τη δημοκρατία. Ξέρουν ότι η Ελλάδα έχει ακόμη πρωτογενές έλλειμμα, άρα ακόμη και αν δεν πλήρωνε ούτε ευρώ σε τόκους από αύριο, πάλι «μέσα» θα έμπαινε. Γνωρίζουν ακόμη πως το ελληνικό κράτος συνεχίζει να λειτουργεί, να έχει καύσιμα για τα μαχητικά και τα πυροσβεστικά του, ρεύμα για τα σχολεία του και γάζες για τους ασθενείς του, χάρη στους Ευρωπαίους φορολογούμενους. Τους Ευρωπαίους φορολογούμενους –οικοδόμους, δασκάλους, αγρότες, ή υπαλλήλους– τους οποίους προτείνουν χωρίς αιδώ να φεσώσουμε, βάζοντάς τους στην ίδια μοίρα με τους κερδοσκόπους και τους ιδιώτες πιστωτές μας. Τέλος, γνωρίζουν ότι, όπως σε κάθε ναυάγιο, έτσι και στη χρεοκοπία, αυτοί που επιβιώνουν είναι οι επιβάτες της πρώτης θέσης.

Τα ξέρουν όλα αυτά, λοιπόν. Δεν μπορεί να μην τα ξέρουν. Είναι άνθρωποι με μεταπτυχιακά και διδακτορικά ή άνθρωποι που τέλος πάντων γνωρίζουν απλή αριθμητική. Κι όμως, τα αποκρύπτουν με τον πλέον δόλιο τρόπο. Στην καλύτερη περίπτωση ψιθυρίζουν κάτι αοριστολογίες του τύπου «ε, δεν λέμε και ότι θα ήταν εύκολη επιλογή η χρεοκοπία», χωρίς όμως να υπεισέρχονται στις εφιαλτικές λεπτομέρειες. Και το κάνουν φυσικά σκόπιμα. Οπως σκόπιμα δυναμιτίζουν το κλίμα, αναφέρονται σε φανταστικές συνωμοσίες, υποδύονται τα παλικάρια της φακής απέναντι στους εταίρους μας, παραπλανούν και υπόσχονται ανύπαρκτους παραδείσους, με Χιλιαστικές ανοησίες για ξανθά ή μελαψά γένη που θα μας σώσουν.

Το δηλητήριό τους έχει ποτίσει την κοινωνία μας. Το ακούς να ρέει στο ταξί, στο λεωφορείο, στις συζητήσεις του καφενείου, στα κανάλια, στα ραδιόφωνα, στις εφημερίδες, στη Βουλή: οι ίδιοι που υπόσχονταν παλιότερα ότι μπορούμε να δανειζόμαστε εσαεί χωρίς να πληρώσουμε ποτέ, τώρα υπόσχονται ότι όλα θα λυθούν με ένα άλμα στο κενό. Οι ευκολόπιστοι τσιμπάνε μαζικά, αλλά «έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης»...

Ποιος είναι, όμως, ο στόχος των προπαγανδιστών; Ορισμένοι εξ αυτών θέλουν να επωμιστούν άλλοι το βάρος της προσαρμογής και εκείνοι να αποκομίσουν οφέλη, έχοντας διαχωρίσει τη θέση τους. Αλλοι να πάνε στον πόλεμο δηλαδή και άλλοι να μαζέψουν τα παράσημα.

Μερικοί καίγονται να διατηρήσουν τα προνόμια των πελατειακών τους δικτύων, έστω και με δραχμές. Διότι σε ένα περιβάλλον δημοσιονομικής πειθαρχίας, θα τους είναι δύσκολο να διορίζουν τους ψηφοφόρους τους και να βολεύουν «τα δικά τους παιδιά». Κανείς τότε δεν θα τους δίνει σημασία, μόνοι θα πίνουν τον εσπρέσο στην πλατεία, σπάνια θα χτυπάει το τηλέφωνο για παρακαλετά. Σε μία πραγματικά Ευρωπαϊκή Ελλάδα, τέτοιοι καταχραστές δεν θα έχουν άλλη θέση εκτός από το περιθώριο. Προκειμένου λοιπόν να μη βγάλουν το δάχτυλο από το μέλι της εξουσίας, υποκρίνονται ότι «προσπάθησαν αλλά δεν γίνεται τίποτα», ενώ η αλήθεια είναι ότι παραμένουμε μέχρι σήμερα στην Ευρωζώνη όχι χάρη σε αυτούς, αλλά παρά τις προσπάθειές τους.

Τέλος, οι πλέον αχρείοι πρακτορεύονται τα συμφέροντα των αφεντικών τους που έχουν βγάλει περιουσίες στο εξωτερικό και θέλουν να αγοράσουν στη συνέχεια την Ελλάδα με ψίχουλα. Για να επιτύχουν τον απαίσιο στόχο τους, δεν διστάζουν να βάλουν το κεφάλι όλων των υπολοίπων στη λαιμητόμο. Παρουσιάζουν την ύφεση ως την απόλυτη καταστροφή και μας βομβαρδίζουν με περισπούδαστες αναλύσεις, την ώρα που με τις θέσεις τους μας σπρώχνουν στον εμφύλιο πόλεμο και την εξαθλίωση.

Με τι άλλο ισοδυναμούν τα παραπάνω, εκτός από εθνική προδοσία;

Η φοβερή αυτή κατηγορία, η πιο βαριά κουβέντα που μπορεί να εκστομίσει κανείς, δεν αφορά φυσικά τα θύματα της πλάνης και της προπαγάνδας ή τους ολιγόνοες που δεν καταλαβαίνουν. Δεν αφορά καν τις συντεχνίες που προσπαθούν να περισώσουν ό,τι μπορούν από τον μπαξέ τους και δεν παίρνουν χαμπάρι ότι καίγεται το σπίτι τους. Αφορά εκείνους μόνον οι οποίοι γνωρίζουν ότι κινδυνεύουμε με καταστροφή και επενδύουν σε αυτήν εν γνώσει τους. Και τολμούν να μιλούν για πατρίδα, την ώρα που παίζουν την Ελλάδα στα ζάρια.

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

Αλυσοδεμένη χώρα - Tου Nικου Xρυσολωρα

Η Ελλάδα δεν είναι απλώς «ένα απέραντο φρενοκομείο». Oπως ακριβώς συνέβαινε παλαιότερα και στα ψυχιατρεία παρωχημένου τύπου, έτσι και στο δικό μας συλλογικό «ίδρυμα», η δομή, οι κανόνες, οι κώδικες συμπεριφοράς και οι προϋποθέσεις επιβίωσης παραπέμπουν σε τριτοκοσμική φυλακή.

Μόνο σε τέτοιες φυλακές ισχύει το δίκαιο του δυνατού, του καπάτσου, του ικανού να ελίσσεται μέσα σε ένα πλέγμα σχιζοφρενικών ρυθμίσεων. Μόνο στη φυλακή επιβιώνει όχι όποιος σέβεται τον κοινό χώρο, αλλά όποιος τον καταπατά προς ίδιον όφελος. Μόνο στη φυλακή συμμετέχουν στα κοινά βάρη όχι όσοι τυπικά υποχρεούνται, αλλά όσοι, λόγω θέσεως στην αυθαίρετη εσωτερική ιεραρχία, δεν μπορούν να τα αποφύγουν. Μόνο εκεί υπάρχουν «φυλές» που απολαμβάνουν τόσο προκλητικής ατιμωρησίας και εξωθεσμικών προνομίων. Πού αλλού εκτός από τις φυλακές ισχύουν κανόνες συμβίωσης σχεδιασμένοι να δυσκολεύουν τη ζωή, πού αλλού η αλληλεγγύη ισχύει μόνο για τους «δικούς μας ανθρώπους»;

Ενα «τμήμα μεταγωγών» είναι και το εκπαιδευτικό μας σύστημα, αφού επί δεκαετίες απονέμει πτυχία που χρησιμεύουν μόνο ως εισιτήρια για τη φυλακή της λογικής - το ελληνικό Δημόσιο. Κάτι ανάμεσα σε στρατιωτική θητεία και φυλακή θυμίζουν και οι εργασιακές σχέσεις, καθώς η παλαιότητα, οι γνωριμίες, η τύχη και η «καβάτζα» μετρούν περισσότερο από την εργατικότητα, τη δημιουργικότητα, το ταλέντο, ακόμη και τα τυπικά προσόντα. Οπως υπάρχουν φυλακισμένοι «δύο ταχυτήτων», έτσι και στην Ελλάδα υπάρχουν εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων, οι -ανεξαρτήτως επιδόσεων- απόλυτα προστατευμένοι και οι απόλυτα απροστάτευτοι.

Εγκλωβισμένοι ανάμεσα στον νεποτισμό, το ανυπόφορο κιτς του παρακμιακού σταρ σύστεμ και την αδικία, όσοι τίμιοι άνθρωποι έχουν απομείνει στην ελληνική φυλακή, χαραμίζουν τις ζωές τους πληρώνοντας τα σπασμένα: της φοροδιαφυγής και των πελατειακών σχέσεων, των αγκυλώσεων ενός πολιτικού συστήματος απόλυτα προστατευμένου από τον ανταγωνισμό νέων δυνάμεων και από τη δίωξη των μελών του που παρανομούν. Προσπάθησαν ανεπιτυχώς -αλλά ίσως όχι αρκετά αποφασιστικά- να επαναστατήσουν εναντίον των δεσμοφυλάκων τους. Αν δεν θέλουν να σαπίσουν μέσα στο κλουβί, θα πρέπει να σηκωθούν και να ξαναπροσπαθήσουν. Αλλωστε, «δεν έχουν τίποτε άλλο να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους». Τις αλυσίδες της ανικανότητας, της οκνηρίας και της διαφθοράς, που τους δένουν και κρατούν κλειδαμπαρωμένο σε πνιγηρά υπόγεια το όραμα των πατέρων τους έθνους μας.

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Το 1843 η πρώτη σύμπραξη πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα , Του Νικου Xρυσολωρα

Από την ιστορική αναδρομή στις κυβερνήσεις συνεργασίας του παρελθόντος, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι όσες προσπάθειες διακομματικής συνεργασίας τελεσφόρησαν, το οφείλουν στο γεγονός ότι οι συμμετέχοντες κατάφεραν να παραμερίσουν τις παλαιές τους διχόνοιες, στον βωμό ενός υπέρτερου κοινού στόχου. Αντιθέτως, όταν οι συμπράξεις είχαν αμιγώς ευκαιριακό χαρακτήρα, διαλύθηκαν εις τα εξ ων συνετέθησαν, συνήθως με αποκλειστική υπαιτιότητα των κομμάτων που αποτελούσαν το κοινό σχήμα. Η τελευταία αυτή διαπίστωση ισχύει κυρίως για τις «οικουμενικές» λεγόμενες κυβερνήσεις (ο όρος που έχει επικρατήσει να χρησιμοποιείται είναι φυσικά λανθασμένος, αφού καμία κυβέρνηση δεν απολαμβάνει τη στήριξη όλης της οικουμένης!).

Οι πρώτες συμπράξεις πολιτικών κομμάτων στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία έγιναν αρχικά το 1843, με αίτημα την παραχώρηση Συντάγματος από τον βασιλιά Οθωνα και αργότερα, το 1862, όταν η «Προσωρινή Κυβέρνησις της Ελλάδος» ανέλαβε τα ηνία της χώρας, μετά την ανατροπή του Βαυαρού μονάρχη. Ο όρος «οικουμενική» χρησιμοποιείται για πρώτη φορά για την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Κανάρη, η οποία συγκροτήθηκε το 1877, μέσα σε κλίμα γενικευμένης κοινωνικής αναταραχής. Η κυβέρνηση ήταν βραχύβια, αφενός μεν επειδή ο γηραιός πλέον ήρωας της Επανάστασης εγκατέλειψε τα εγκόσμια λίγο μετά από τον σχηματισμό της, αφετέρου δε επειδή η επιλογή στη συνέχεια της εναλλαγής στην ηγεσία της, των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων που την αποτελούσαν, αποδείχθηκε όπως ήταν φυσικό, δυσλειτουργική.

Η επόμενη προσπάθεια σχηματισμού «οικουμενικής» κυβέρνησης έγινε το 1926, όταν οι βενιζελικές και οι αντι-βενιζελικές παρατάξεις της χώρας συμφώνησαν να συγκυβερνήσουν, ελλείψει αυτοδυναμίας, υπό την πρωθυπουργία του Αλέξανδρου Ζαΐμη. Οπως γίνεται αντιληπτό από τη σύνθεση εκείνης της κυβέρνησης, ο νεποτισμός αποτελεί ίδιον της ελληνικής πολιτικής σκηνής, από συστάσεως κράτους και έπειτα.

Συγκεκριμένα, ο επικεφαλής της κυβέρνησης, Αλέξανδρος Ζαΐμης, ήταν γιος του πρώην πρωθυπουργού Θρασύβουλου Ζαΐμη, ο οποίος συμμετείχε στην οικουμενική κυβέρνηση του 1877 και ήταν γιος του επίσης πρωθυπουργού της Ελλάδος, Ανδρέα Ζαΐμη (η οικογένεια Παπανδρέου δεν είναι η πρώτη που πετυχαίνει το τρία στα τρία!). Στην κυβέρνηση επίσης συμμετείχε και ο Αλέξανδρος Κανάρης, εγγονός του μπουρλοτιέρη Κωνσταντίνου Κανάρη, που ήταν πρωθυπουργός στην πρώτη οικουμενική, αλλά και προσωπικότητες διαμετρικά αντίθετες ιδεολογικά, όπως ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου και ο Ιωάννης Μεταξάς.

Εντέλει και η δεύτερη οικουμενική διαλύθηκε το 1928, αν και αποδείχθηκε πιο σταθερή και επιτυχημένη από την πρώτη οικουμενική. Ακολούθησε η χρεοκοπία του ελληνικού κράτους και περίοδος παρατεταμένης πολιτικής αστάθειας. Τελικά, ο Ιωάννης Μεταξάς, υπουργός Συγκοινωνιών στην οικουμενική του 1926, έγινε δικτάτορας το 1936, αφού όμως είχε λάβει, λίγους μήνες νωρίτερα, διακομματική ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.

Ακόμη χειρότερη ήταν η τύχη της κυβέρνησης «Εθνικής Ενώσεως» του 1944, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, η οποία διαλύθηκε όταν τα μέλη της που πρόσκειντο στο ΕΑΜ, αποχώρησαν στις 2 Δεκεμβρίου 1944. Ακολούθησε, δύο ημέρες αργότερα, η προσπάθεια του ΚΚΕ να καταλάβει την εξουσία, με αποτέλεσμα το αιματοκύλισμα των Δεκεμβριανών και τον κατήφορο της χώρας προς τον Εμφύλιο.

Αντιθέτως, πολύ καλύτερη τύχη είχε η κυβέρνηση Σοφούλη-Τσαλδάρη, με τη σύμπραξη των Φιλελευθέρων και του Λαϊκού Κόμματος, το 1947, η οποία ανέδειξε την ενότητα των αστικών δυνάμεων στο μέσο του Εμφυλίου. Υπουργός Εσωτερικών σε αυτήν την κυβέρνηση ήταν ο Πέτρος Μαυρομιχάλης, γιος του πρώην πρωθυπουργού Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ο οποίος με τη σειρά του ήταν εγγονός του πολιτικού Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, αδελφού του Πετρόμπεη της Επανάστασης. Επίσης, ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και πρώην πρωθυπουργός, ήταν ανιψιός του επίσης πρώην πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη, ο οποίος ήταν και υπουργός στην οικουμενική κυβέρνηση Ζαΐμη.

Υστερα από δύο βραχύβιες συνεργασίες μεταξύ του Κέντρου και της Δεξιάς, το 1950 και το 1965, η επόμενη κυβέρνηση εθνικής ενότητας συγκροτήθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας, το 1974, υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και με τη συμμετοχή στελεχών της προδικτατορικής ΕΡΕ και της Ενωσης Κέντρου. Η κυβέρνηση κατάφερε να οδηγήσει τη χώρα με σχετική ομαλότητα σε εκλογές, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες.

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, τα ηνία της χώρας ανέλαβε και πάλι σε συνθήκες οξείας κρίσης, αυτή τη φορά οικονομικής και θεσμικής, η οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα. Αν και έγιναν βήματα σταθεροποίησης της οικονομίας, η όλη προσπάθεια υπονομεύθηκε εξαρχής, αφού όλα τα κόμματα που συμμετείχαν (ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ., ενιαίος Συνασπισμός) συμμερίζονταν την άποψη ότι το σχήμα αυτό ήταν αναγκαστικό και ποτέ δεν στήριξαν την ουσιαστική συνεργασία επί των φλεγόντων θεμάτων της εποχής. Της κυβέρνησης Ζολώτα είχε προηγηθεί η κυβέρνηση Τζαννετάκη (Ν.Δ.- Συνασπισμός), με την οποία μπήκε συμβολική ταφόπλακα στο μετεμφυλιακό μίσος μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, έστω και αν η μοναδική συγκολλητική της ουσία ήταν η σφοδρή αντιπαράθεση με τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Συμπερασματικά, οι κυβερνήσεις συνεργασίας φαίνεται από την Ιστορία ότι καταφέρνουν να επιτύχουν, ή έστω να διασφαλίσουν την επιβίωση της χώρας, μόνο όταν οι δυνάμεις που τις απαρτίζουν προέρχονται από ομοειδείς ιδεολογικά χώρους και όταν ο κοινός στόχος υπερτερεί των μικροκομματικών σκοπιμοτήτων.

Disqus for Alternative Greek Politic Review