Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Ολα εξαρτώνται από τη Γερμανία ,Του Gordon Brown*

Ο θυμός που επικρατεί μεταξύ της κοινής γνώμης στη Γερμανία έχει στέρεες βάσεις και είναι απολύτως κατανοητός. Τα τελευταία 10 χρόνια, ενώ η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και άλλα κράτη, έκαναν πάρτι εκμεταλλευόμενα τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού, οι Γερμανοί υπέμεναν περικοπές στους μισθούς τους, επώδυνες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και τον πόνο των 5 εκατομμυρίων ανέργων, προκειμένου να προχωρήσει η αναδιάρθρωση της οικονομίας της χώρας. Οι θυσίες τους είχαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλου εμπορικού πλεονάσματος, αλλά και την αύξηση των γερμανικών εξαγωγών προς την Κίνα, κατά 80%.

Καμία άλλη χώρα δεν θα μπορούσε να αντέξει ταυτόχρονα το βάρος της ένταξης 16 εκατομμυρίων ανθρώπων από το ανατολικό μπλοκ σε ένα ενιαίο κράτος ή την ένταξή της στο ευρώ σε μία τόσο μη ανταγωνιστική ισοτιμία και να καταφέρει την ίδια στιγμή να αποκαταστήσει την εξαγωγική της ισχύ. Ετσι, η Γερμανία αποτελεί σήμερα την ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης και τόσο η Αγκελα Μέρκελ, όσο και οι ίδιοι οι πολίτες της χώρας, αξίζουν συγχαρητήρια για τα εξαγωγικά κατορθώματα της χώρας.

Αλλά αν η ιστορία τελείωνε εδώ, τότε η θεραπεία για τη σημερινή κρίση της Ευρωζώνης θα ήταν προφανής: ακολουθήστε το γερμανικό παράδειγμα - λιτότητα, και αν αυτό δεν δουλέψει, ακόμη περισσότερη λιτότητα.

Πριν από τρία χρόνια, όταν ξέσπασε η κρίση, η Γερμανία, όπως όλη η ηπειρωτική Ευρώπη, την αντιμετώπισε ως «αγγλοσαξονικό πρόβλημα» και έστρεψε τα πυρά της προς τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Ενα χρόνο αργότερα, όταν η χρηματοπιστωτική κρίση έγινε οικονομική, οι Γερμανοί κατέφυγαν σε μια ακόμη πιο ασφαλή δικαιολογία, ερμηνεύοντας το πρόβλημα όχι ως οικονομικό, αλλά ως δημοσιονομικό (δηλαδή ως απόρροια των χρεών και των ελλειμμάτων). Ως εκ τούτου, το Βερολίνο αρνήθηκε πεισματικά ότι είχε κάνει οτιδήποτε λάθος και έτσι συνεχίζει να δικαιολογεί την άρνησή του να συμβάλει στην επώδυνη λύση του ζητήματος.

Ωστόσο, σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, η Γερμανία έχει δανείσει σχεδόν ενάμισι τρισεκατομμύριο δολάρια στην Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Ιταλία. Στην αρχή της κρίσης, το 30% των συνολικών δανείων προς τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα αυτών των κρατών προέρχονταν από γερμανικές τράπεζες. Ακόμη και σήμερα, η έκθεση της χώρας σε τέτοια δάνεια φτάνει το 15% του ΑΕΠ της. Σε αυτό προσθέστε τη μεγάλη έκθεση των γερμανικών τραπεζών στα τοξικά χρηματοπιστωτικά προϊόντα της αμερικανικής αγοράς ακινήτων (τα μισά από αυτά τα προϊόντα πωλήθηκαν στην Ευρώπη). Είναι σαφές λοιπόν ότι όπου και να γινόταν το πάρτι, οι γερμανικές τράπεζες κερνούσαν τα ποτά. Οπως είναι φυσικό, επομένως, είναι σήμερα περισσότερο εκτεθειμένες από τις αντίστοιχες τράπεζες οποιασδήποτε άλλης ανεπτυγμένης οικονομίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ, είναι 2,5 φορές περισσότερο ευάλωτες από τις αμερικανικές τράπεζες.

Και γιατί να σκοτίζεται όμως το γερμανικό κράτος, το οποίο έχει δημιουργήσει μια οικονομία ανταγωνιστική, δυναμική και χωρίς δημοσιονομικά προβλήματα; Διότι η κατάσταση του τραπεζικού τομέα σε ολόκληρη την Ευρώπη απειλεί και την ανάκαμψη και τη σταθερότητα. Οι γερμανικές τράπεζες, όπως και όλες οι άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες βασίζονται στον βραχυπρόθεσμο δανεισμό. Οντας ήδη αδύναμες κεφαλαιακά, θα χρειαστεί να βρουν 400 δισεκατομμύρια ευρώ από τις αγορές, τα επόμενα τρία χρόνια.

Πριν από λίγες ημέρες, ήταν η σειρά της Γαλλίας -μιας χώρας που, όπως και η Γερμανία, αξιολογείται με ΑΑΑ- να δοκιμάσει την πίεση των αγορών, λόγω του υψηλού βαθμού έκθεσής της στο χρέος της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Τα προβλήματα της κάθε χώρας είναι βέβαια διαφορετικά, αλλά καθώς η κρίση πλησιάζει προς τον πυρήνα της Ευρωζώνης, ακόμη και η Γερμανία μπορεί να πάψει να θεωρείται φάρος οικονομικής σταθερότητας.

Είναι επομένως καιρός να συνειδητοποιήσει το Βερολίνο ότι οφείλει να συμβάλει καθοριστικά στη λύση της κρίσης χρέους, διότι αποτελεί και το ίδιο συστατικό στοιχείο του προβλήματος. Βέβαια, δεν μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα μεταφέρει η Γερμανία μεγάλο μέρος του πλούτου της στις φτωχότερες χώρες της Ευρωζώνης, όπως γίνεται, για παράδειγμα, με τις Πολιτείες των ΗΠΑ. Πρέπει όμως να πειστεί ότι η κρίση δεν θα επιλυθεί χωρίς την έκδοση ευρωομολόγου, τη θεσμοθέτηση κανόνων στενότερης οικονομικής συνεργασίας και την επέκταση του ρόλου της ΕΚΤ από φύλακα του χαμηλού πληθωρισμού, σε δανειστή εσχάτης ανάγκης. 

Στο τέλος, η Γερμανία θα πρέπει να συμφωνήσει σε έναν ενιαίο μηχανισμό, μέσω του οποίου η Ευρώπη θα πληρώσει για να ξεπεράσει την κρίση. Η αποτυχία του Βερολίνου να παρέμβει στον βαθμό που του επιτρέπει η ισχύς του δεν βάζει σε κίνδυνο μόνο την ίδια τη χώρα, αλλά και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα που επί δεκαετίες προσπαθεί να χτίσει η Γερμανία.

* Ο Γκόρντον Μπράουν είναι πρώην πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας και νυν μέλος της Βουλής των Κοινοτήτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Disqus for Alternative Greek Politic Review